Ελληνοκεντρικός αλλά όχι και εθνικιστής ο Σεφέρης, πλήρωσε την άρνησή του να συμμετάσχει στη μειοδοτική προδοσία της Κύπρου, όπως φαίνεται στις «Δοκιμές» του. Είναι μεγάλος, σημαντικότατος Ποιητής γιατί συνεχίζει μέσα από το κατατεθειμένο έργο του να «συνομιλεί» με εποχές μεταγενέστερες της χωροχρονικής υπερβάσεώς του κινούμενος προς την πολυπόθητη γαλήνη των ανωτέρων αιθερικών πεδίων. Τα υπερκοσμικά, πολυδιαστασιακά «Ηλύσια Πεδία», η αρχαιοελληνική «Νήσος των Μακάρων» προορίζονται μόνον για τις καθαρές αθώες ψυχές των αγαθομαρτύρων της ταραγμένης εποχής τους. Αλλά και ποια εποχή δεν είναι βασανιστική στον πλανήτη Γαία;

«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν».

«Δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου».

«Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες».

Μεγαλώνοντας εκτιμώ ολοένα και περισσότερο το μεγαλειώδες αυτό πνευματικό άθλημα της Υψηλής Ποιήσεως άνευ ίχνους οιήσεως (συγγνωστής ούτως ή άλλως)…

Γράφοντας τώρα τη δική μου δραματική «Ανδρομέδα» για έναν διακεκριμένο σκηνοθέτη, ξαναδιάβασα με περισσή προσοχή τη λακωνική σεφερική εκδοχή του μύθου:

« Κ΄ [Ανδρομέδα]

 

Στο στήθος μου η πληγή ανοίγει πάλι

όταν χαμηλώνουν τ’ άστρα και συγγενεύουν με το κορμί μου

όταν πέφτει σιγή κάτω από τα πέλματα των ανθρώπων.

 

Αυτές οι πέτρες που βουλιάζουν μέσα στα χρόνια ώς πού θα με παρασύρουν;

Τη θάλασσα τη θάλασσα, ποιός θα μπορέσει να την εξαντλήσει;

Βλέπω τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν στο γύπα και στο γεράκι

δεμένη πάνω στο βράχο που έγινε με τον πόνο δικός μου,

βλέπω τα δέντρα που ανασαίνουν τη μαύρη γαλήνη των πεθαμένων

κι έπειτα τα χαμόγελα, που δεν προχωρούν, των αγαλμάτων.

Γιώργος Σεφέρης. 1935. Μυθιστόρημα. Αθήνα: τυπ. Εστίας. Και στον συγκεντρωτικό τόμο: Γιώργος Σεφέρης. [1972] 1985. Ποιήματα. 15η έκδ. Αθήνα: Ίκαρος.»

Και μόνον αυτό το συμπεριληπτικό ποίημα να σωζόταν σε μιαν αντίστοιχη «Παλατινή Ανθολογία» του απώτερου γήινου μέλλοντος, θα έφτανε και θα αρκούσε για να δοξάσει τον Νομπελίστα Ποιητή εις τους αιώνας των αιώνων.

Ο Διδάκτωρ Φιλολογίας Χρήστος Αντωνίου, εξειδικευμένος στην απήχηση της λαϊκής παράδοσης στο Σεφερικό Έργο, διδάσκει πάλι από γουτεμβεργίας σελίδος το πνεύμα του μεγάλου Δραματικού Ποιητή.

Επιλέγω να σταθώ στην εμβριθέστατη ανάλυσή του της εύρυθμης «Λυπημένης», που είναι το πιο αρμονικό ποίημα που έχω διαβάσει από τις απαρχές του Μοντερνισμού.

Χαίρομαι να το απαγγέλλω σε κάθε περίσταση:

Η λυπημένη

 

Στην πέτρα της υπομονής

κάθισες προς το βράδυ

με του ματιού σου το μαυράδι

δείχνοντας πως πονείς·

 

κι είχες στα χείλια τη γραμμή

που είναι γυμνή και τρέμει

σαν η ψυχή γίνεται ανέμη

και δέουνται οι λυγμοί·

 

κι είχες στο νου σου το σκοπό

που ξεκινά το δάκρυ

κι ήσουν κορμί που από την άκρη

γυρίζει στον καρπό·

 

μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός

δε βόγκηξε κι εγίνη

το νόημα που στον κόσμο δίνει

έναστρος ουρανός.

Ξεκινώντας από τα γραμματολογικά στοιχεία, ο Δρ Χρήστος Αντωνίου καταλήγει στο αντίστοιχο κεφάλαιο: «Επιλογικά, θα έλεγα να αναλογιστούμε κατά πόσο η σεφερική λυπημένη γυναίκα για εκείνη την εποχή εκφράζει και τον σύγχρονο ελληνισμό που μετράει τόσες απώλειες και ποικίλα κοινωνικά και εθνικά βάσανα» (σελίδα 125 του καλογραμμένου αυτού βιβλίου).

Αυτή η προτροπή «…θα έλεγα να αναλογιστούμε…» δίνει τον τόνο και τον στόχο αυτού του βιβλίου, που σκοπός του είναι, τίμιος και σοβαρός, να μας οδηγήσει να ξαναμελετήσουμε προσεκτικά και με επικαιροποιημένη συνδημιουργική αναγνωστική πρόθεση το έργο ενός αψευδούς μάρτυρα της εποχής του.

«Άξιος ο μισθός» αμφοτέρων: μελετηρού τε και μελετουμένου!!!