Ένα ατμοσφαιρικό, κινηματογραφικού ύφους νουάρ μυθιστόρημα
Ένα νυχτερινό τρένο ξεκινά από τη Μασσαλία για το Παρίσι. Σε ένα από τα κουπέ έξι άγνωστοι συνταξιδεύουν, ξαπλώνουν για να κοιμηθούν και το πρωί σηκώνονται και αποβιβάζονται. Όχι όλοι, οι πέντε από αυτούς. Η Ζορζέτ Τομά είναι ακόμα ξαπλωμένη γιατί έχει δολοφονηθεί.
Έτσι ξεκινά το γραμμένο το 1962 μυθιστόρημα του σημαντικού συγγραφέα Σεμπαστιέν Ζαπριζό∙ ένα μυθιστόρημα που διασκευάστηκε για τον κινηματογράφο το 1965 από τον Κώστα Γαβρά στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία. Η υπόθεση ανατίθεται σε έναν κουρασμένο από το έγκλημα και απογοητευμένο από την ανθρώπινη φύση αστυνομικό επιθεωρητή, τον Αντουάν Πιέρ Εμίλ Γκρατσιανό, τον οποίο όλοι φωνάζουν Γκράτσι. Μαζί με τον αρκετά νεότερό του βοηθό Ζαν-Λου Γκαμπέρ αρχίζουν να ψάχνουν για τους υπόλοιπους επιβάτες του κουπέ για να μπορέσουν να συλλέξουν πληροφορίες για το τι συνέβη στο μοιραίο ταξίδι. Δημοσιεύουν τα ονόματα των υπολοίπων επιβατών και προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί τους. Ωστόσο ο δολοφόνος βρίσκεται συνέχεια ένα βήμα μπροστά από αυτούς και σύντομα οι επιβάτες του μοιραίου κουπέ αρχίζουν να δολοφονούνται ο ένας μετά τον άλλον. Μήπως κάποιος απ’ αυτούς είχε δει κάτι και αποφάσισε να εξασφαλίσει ότι κανένας δεν θα μιλήσει;
Χτίζοντας σταδιακά την αγωνία για την τύχη των υπόλοιπων ταξιδιωτών, ο Ζαπριζό εστιάζει κάθε κεφάλαιο σε διαφορετικό επιβάτη, αλλά και στα διαφορετικά στάδια της αστυνομικής έρευνας από τον επιθεωρητή Γκράτσι. Ιδιαίτερα το τελευταίο μέρος της ιστορίας αναπτύσσεται μέσα από έναν ιλιγγιώδη ρυθμό αφήγησης που αυξάνει την ένταση του κειμένου. Η ανατροπή των δεδομένων και η αγωνία να προφυλαχθούν όσοι δεν έχουν πέσει ακόμα θύματα του δολοφόνου ενισχύουν την απογοήτευση του επιθεωρητή Γκράτσι για το τι είναι ικανός να κάνει ένας άνθρωπος.
Γρήγορο και ευφυώς στημένο, πλαισιωμένο από τα κινηματογραφικού στησίματος πλάνα του Παρισιού των αρχών της δεκαετίας του 1960, το Βαγόνι των δολοφόνων είναι ένα απολαυστικό νουάρ μεταφρασμένο εξαιρετικά από τον Ανδρέα Παππά.










