Είμαστε αυτό που διατεινόμαστε ότι είμαστε;

Το μυθιστόρημα με στοιχεία ψυχολογικής ματιάς εκδόθηκε το 1926 από τον εκδοτικό οίκο S.Fischer . O συγγραφέας Πέτερ Φλαμ (Peter Flamm), γεννήθηκε το 1891 στο Βερολίνο, σπούδασε Ιατρική και δημοσίευε διηγήματα και μυθιστορήματα. Εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη και εργάστηκε ως ψυχίατρος. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2025.

Ένας άνθρωπος επιστρέφει από το πολεμικό μέτωπο και αναζητά τον εαυτό του. Από την αρχή του μυθιστορήματος και μάλιστα από τον τίτλο του «Εγώ;» προβάλλονται υπαρξιακά ερωτήματα που προκύπτουν από το τραυματικό γεγονός του πολέμου. Τα τραύματα των ανθρώπων που προέρχονται από τον πόλεμο πόσο τους αλλοτριώνουν και τους οδηγούν στην απώλεια του Εγώ τους;

Η εμπειρία του πολέμου οδηγεί σε κατακερματισμό της ανθρώπινης προσωπικότητας. Τα άτομα καταστρέφονται υλικά, ψυχικά, πνευματικά.

Ο αφηγητής, ο Βίλχελμ Μπέτουχ, ζωντανός μετά τη λήξη του πολέμου ιδιοποιείται την ταυτότητα ενός θύματος του πολέμου, του Χανς Στερν, γιατρού και αξιωματικού. Ο Βίλχελμ επιστρέφει στο σπίτι του Χανς, στην οικογένειά του, στο επάγγελμά του. Κανείς δεν αντιλαμβάνεται την αλλαγή αυτή παρά μόνο ο σκύλος του Χανς. Ο Βίλχελμ πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο ήταν φούρναρης. Μετά τον πόλεμο παίρνει το δελτίο ταυτότητας του νεκρού Χανς και με έναν σουρεαλιστικό τρόπο μεταμορφώνεται και ταυτίζεται με την προσωπικότητά του και με όλο του το είναι. Επιστρέφει στο Βερολίνο με τον νέο του ρόλο ενός διαπρεπούς χειρουργού, ωστόσο ταυτόχρονα συνυπάρχει μέσα του και ο παλιός του εαυτός. Ακόμη και όταν εμπλέκεται η δικαστική εξουσία η οποία υποχρεώνει τον ήρωα να επιστρέψει στην παλιά του ταυτότητα, δεν αποκαλύπτει την «αλήθεια».

Σε όλο το μυθιστόρημα τίθεται εμφανώς το ζήτημα της απώλειας ή αναζήτησης της ταυτότητας. Ο αφηγητής της ιστορίας από τις πρώτες σελίδες δεν έχει τον έλεγχο του εαυτού του, κυριεύεται από κάτι που τον ελέγχει: « ΟΧΙ ΕΓΩ, κύριοι δικαστές, ένας νεκρός είναι αυτός που σας μιλάει με το στόμα μου. Δεν είμαι εγώ που στέκομαι εδώ, δεν είναι δικό μου αυτό το χέρι που σηκώνεται, δεν είναι δικά μου τα μαλλιά αυτά που τώρα έχουν ασπρίσει, δεν είναι δική μου πράξη αυτή, δεν είναι δική μου πράξη» (σελ.7).

«Ποιοι είμαστε τελικά, όταν τα ίδια μας τα βιώματα μας μεταμορφώνουν; (σελ. 210).

Πρόκειται για έναν συνεχόμενο παραληρηματικό μονόλογο, πυκνογραμμένο, με γρήγορες ριπές σκέψης και συναισθημάτων που αποδίδουν τον εσωτερικό ψυχικό κόσμο του ήρωα ο οποίος παραπαίει ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Κυριαρχεί το παράλογο, οι αμφισημίες, τα υπαρξιακά ερωτήματα και αναιρείται οτιδήποτε λογικό. Ο ήρωας δεν είναι ούτε νεκρός ούτε ζωντανός. Το μυθιστόρημα ανήκει στο ρεύμα του μοντερνισμού με εμφανή τα στοιχεία της πολυσημίας. «Κάθε πρόταση, κάθε λέξη φέρει μια εικόνα, ένα νόημα, μια αμφισβήτηση… ο ρυθμός είναι γρήγορος, η αφήγηση κυλάει ορμητικά…» (σελ. 213).