Tο Oh Canada είναι ένα κινηματογραφικό, σχεδόν, βιβλίο, που περιλαμβάνει όλα τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας, από τον Φίλιπ Ροθ τουλάχιστον και μετά: υπαρξιακή κρίση και αναζήτηση ταυτότητας, βαθιά εσωτερικότητα, πλάνα από έξω προς τα μέσα, ανελέητη κριτική στην Αγία Οικογένεια, έντονες δόσεις αυτοαναφορικότητας, ανάμεικτες με αυτοϋπονόμευση και ενοχικότητα και μια ενδιαφέρουσα διάσταση μεταξύ του «φαίνεσθαι» και του «είναι».
Ο Μπανκς μας έχει συνηθίσει σε έργα με ήρωες περιθωριακούς, από λιγότερο προνομιούχα κοινωνικά περιβάλλοντα, να παλεύουν με την αποτυχία και προσωπικές τους ήττες σε έναν κόσμο συχνά εχθρικό και ακατανόητο. Στο Oh Canada βλέπουμε τους ίδιους προβληματισμούς από την αντίστροφη, όμως, πλευρά. Πρωταγωνιστής είναι ο Λέοναρντ Φάιφ, ένας επιτυχημένος καλλιτέχνης, που όλα στη ζωή του ήρθαν πιο ευνοϊκά από ό,τι θα μπορούσε ποτέ να περιμένει. Κι ενώ στην τελευταία συνέντευξη της ζωής του θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τον μύθο του και να επαναπαυθεί στις δάφνες του, τρέφοντας γενναιόδωρα την υστεροφημία του, αποφασίζει να παρουσιάσει μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας της ζωής του. Αυτήν που τον παρουσιάζει υποκριτή, αριβίστα και καιροσκόπο, άνθρωπο που δεν διστάζει να εκμεταλλευτεί καταστάσεις και να εγκαταλείψει ανθρώπους απέναντι στους οποίους έχει αναλάβει ηθικές δεσμεύσεις.
Ο συγγραφέας δεν καθιστά σαφές αν είναι αλήθεια όλα αυτά που θέλει να αποκαλύψει ο Φάιφ. Αν δηλαδή όντως συνέβησαν ή αν είναι αποκύημα της φαντασίας του αυτή η παράλληλη ζωή που ποτέ δεν βγήκε στη δημοσιότητα ‒ ψευδομνήμη, όπως την αποκαλεί η σύζυγός του Έμμα. Επιλέγοντας ως ημερομηνία της συνέντευξης την 1η Απριλίου, ο συγγραφέας παίζει λίγο με τα όρια της βεβαιότητάς μας ως προς το τι είναι φανταστικό και τι πραγματικό, δεν αφήνει όμως καμία αμφιβολία ως προς το ποια είναι η αλήθεια του ήρωα.
Ίσως κουβαλά το σύνδρομο του απατεώνα, ίσως χρειάστηκε να κάνει πολλούς συμβιβασμούς για να πετύχει, ίσως απλά ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα μιας μοίρας που ο ίδιος διακατεχόταν από πόθο να συναντήσει και παραμέρισε όλα τα άλλα. Ο συγγραφέας αφήνει κάπως να εννοηθεί ότι μπορεί να έχει και ταξική διάσταση όλο αυτό το άγχος˙ μπορεί δηλαδή, αν γεννιόταν πιο προνομιούχος και είχε όλη αυτή την πορεία με τρόπο λιγότερο κοπιώδη και τραυματικό, να τη θεωρούσε αυτονόητη και δικαιολογημένη και να μην ένιωθε τόσες ενοχές ότι αυτός τα κατάφερε με πονηριά εκεί που οι περισσότεροι του περίγυρού του απέτυχαν. Αυτή η διάσταση της παράτολμης απόφασής του προσδίδει μια συγκινητική ευαλωτότητα στον ούτως ή άλλως συμπαθή ήρωα. Και, σε κάθε περίπτωση, αφήνει στον αναγνώστη μια λεπτή αίσθηση ειρωνείας για το πόση αλήθεια αποκαλύπτεται για την ψυχή ενός ανθρώπου, για τη ζωή του οποίου, όμως, δεν θα μάθουμε ποτέ την πλήρη αλήθεια.
Ο Λέοναρντ λέει ότι θέλει να κάνει αυτή την εξομολόγηση, κυρίως για να την ακούσει η γυναίκα του Έμμα, ο μοναδικός άνθρωπος που αγαπά και υπολογίζει. Θέλει να παρουσιαστεί μπροστά της απογυμνωμένος από την αυθεντία, τη σοφία και την αντισυμβατικότητά του ‒ αυτά ακριβώς δηλαδή που την τράβηξαν κοντά του και την ώθησαν να εγκαταλείψει τους δικούς της ανθρώπους. Δεν της το αποκαλύπτει, όμως, κατ’ ιδίαν, παρά μόνο στο γύρισμα του φιλόδοξου ντοκιμαντέρ του μαθητή του Μάλκομ, δείχνοντας πόσο μακριά είναι πλέον από αυτό που ένα ολόκληρο σύστημα θεωρεί επιτυχία και πόσο κοντά θέλει να βρεθεί σε αυτό που ο ίδιος θεωρεί λύτρωση.
Το έργο έχει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία, όχι πάντα ευκρινή εκ πρώτης όψεως. Οι πολλοί γάμοι, η “ταπεινή” αφετηρία, το δημιουργικό προφίλ του πρωταγωνιστή, η ανάγκη για αλήθεια, η σκληρότητα των γηρατειών, η απελευθερωτική τους αδιαφορία για τις γνώμες των άλλων και, τέλος, το ζήτημα της εγκατάλειψης των παιδιών ‒καθοριστικό προσωπικό βίωμα του συγγραφέα‒ προσφέρουν στον/στην αναγνώστη/αναγνώστρια διαστάσεις που επιτρέπουν την ταύτιση και στην αμερικανική λογοτεχνία έναν ακόμη βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα. Και, κυρίως, εξηγούν γιατί η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα.






