Το καινούριο μυθιστόρημα του Δημήτρη Νόλλα, «Το ταξίδι στην Ελλάδα», μοιάζει να είναι μια παραβολή για τη σύγχρονη (μετεμφυλιακή) Ελλάδα. Ο Αρίστος, ένας νέος που ξενιτεύτηκε στη Γερμανία αναζητώντας τον εαυτό του, κάνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα έπειτα από «κενό» τριών χρόνων, συνοδεύοντας τη Χρυσάνθη, μια γυναίκα που στη φούρια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έφυγε για να δουλέψει μετανάστρια στα γερμανικά εργοστάσια. Η «αποστολή» τού έχει ανατεθεί από τον Καραμάνογλου, το αφεντικό του στη λαχαναγορά του Μονάχου όπου έχει αρχίσει να δουλεύει έπειτα από την οριστική εγκατάλειψη των σπουδών του. Η Χρυσάνθη είναι μια γυναίκα γύρω στα 40, ιδιόρρυθμη ή κατ’ άλλους «αλλοπαρμένη»: δεν ξέρουμε τι σχέση έχει ή είχε με τον Καραμάνογλου και τους κύκλους των Ελλήνων (αριστερών ή μη) στη Γερμανία. Ξέρουμε μόνο πως η επιστροφή της με τη συνοδεία του Αρίστου είναι μια σημαντική αποστολή για τον ίδιο και τον Καραμάνογλου. Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, όμως, άμα τη αφίξει, η Χρυσάνθη εξαφανίζεται και ο Αρίστος παραδίδει τη βαλίτσα της στην ετεροθαλή αδελφή της, τη Βασιλική, η οποία της μοιάζει εκπληκτικά. Βρισκόμαστε στα 1963.

Φθάνοντας μόνος στον γενέθλιο τόπο και μέχρι το φωτογραφείο του μεγαλύτερου αδελφού του, του Βάιου, ο οποίος του στέλνει τα εμβάσματα που του επέτρεπαν όλα αυτά τα χρόνια να ζει περίπου ανέμελα στη Γερμανία, ο Αρίστος περνά από το οικόπεδο όπου κάποτε έστεκε το σπίτι του Γάλλου παππού, από την πλευρά της μητέρας του, και που έχει δοθεί αντιπαροχή χωρίς να το γνωρίζει. Εκεί θα δει και τον Πίζα, έναν τοκογλύφο, που συχνά μπαινόβγαινε σ’ αυτό το σπίτι. Αργότερα θα συναντήσει τον συμμαθητή του τον Χαρίλαο, ασκούμενο δημοσιογράφο, που θα τον οδηγήσει στην κρυφή, πίσω αίθουσα ενός μπακάλικου, σε ένα κωλάδικο, όπου ο ανδρικός πληθυσμός της πόλης, εργάτες, αστυνομικοί, μικρομεσαίοι, συναγελάζεται ανταλλάσσοντας πληροφορίες. Ο Αρίστος θα γνωρίσει εκεί τον αστυνόμο Τρύφωνα, ο οποίος μπορεί να τον βοηθήσει να βρει τη Χρυσάνθη – όχι χωρίς ανταλλάγματα. Στην επιφάνεια θα βγουν και διάφορα κληρονομικά με τον αδελφό του, που είναι ευκαιρία να διευθετήσει με την ευκαιρία του ταξιδιού στην Ελλάδα, και που θα τον προσγειώσουν στην πραγματικότητα. Παράλληλα, με τη Βασιλική θα πάνε να βρουν τον Αποστόλη, πρώην αρραβωνιαστικό της Χρυσάνθης, στον οποίο πιθανόν να έχει καταφύγει η Χρυσάνθη με την άφιξή της στην Ελλάδα. Μέσα από αυτές τις επαφές, τις συναντήσεις, τις γνωριμίες, ο Αρίστος θα μπει στα βαθιά και θα προσπαθήσει να βρει τι γυρεύει στʼ αλήθεια.

Ενώ η αφήγηση είναι κατά βάση γραμμική (και τριτοπρόσωπη), παρεμβάλλεται μια «δεύτερη» αφήγηση, αυτή του Αποστόλη, που συνδέεται στο μυθιστορηματικό «σχέδιο», αν και δεν είναι αυτή ο καταλύτης της ιστορίας. Στην αφήγηση αυτή ο Αποστόλης μοιάζει να είναι το alter ego του Αρίστου σε άλλους καιρούς και ο συγγραφέας διατυπώνει, ας το πούμε έτσι, την κοσμοθεωρία του (σελ. 111), σε αντιπαραβολή με την ολοκληρωτική αντίληψη του λοχαγού (σελ. 106 και 108) και τη μεταφορά του περί ποιμένων και προβάτων (σελ. 116). Ένα άλλο χαρακτηριστικό αυτού (τουλάχιστον) του μυθιστορήματος του Νόλλα είναι η παρέμβαση του αφηγητή με αποκορύφωμα εκείνο το σημείο όπου δικαιολογεί το ρόλο του ως παντεπόπτη (σελ. 177-178). Εκεί και το μικρό αλλά φαρμακερό σχόλιο για μία από τις ελληνικές πολιτικές οικογένειες (σελ. 177). Ο κάπως σχηματικός χαρακτήρας του κεντρικού ήρωα ή, μάλλον, η αποστασιοποίηση του συγγραφέα απ’ αυτόν, μαζί με τα παραπάνω, εξηγούν ίσως γιατί, ως αναγνώστες, έχουμε σχεδόν διαρκώς την εντύπωση ότι γράφοντας ο Νόλλας για τον Αρίστο σκιαγραφεί την Ελλάδα, με τις υποτέλειες, τις εξαρτήσεις, τις ονειροφαντασίες και όλες αυτές τις ατέλειες και τα ελαττώματα για τα οποία τόσο συχνά (και τόσο κυνικά) έχουμε ακούσει τα τελευταία χρόνια. Προσοχή όμως: δεν τα λέει αυτά ένας πολιτικός ή ένας ηθικολόγος, ούτε είμαστε υποχρεωμένοι να τα υιοθετήσουμε ως οδηγό. Με την αναφορά που κάνει έμμεσα ο Νόλλας, μέσω της Ελλάδας του 1963 και του ήρωά του, στη σημερινή κατάσταση της χρεοκοπημένης (σε διάφορα επίπεδα) Ελλάδας και στους σημερινούς Έλληνες, μας βοηθά να σκάψουμε βαθύτερα μέσα μας αντί να σηκώνουμε ένα αρκετά νεφελώδες φορτίο ενοχής (εξάλλου η δημιουργία ενοχών είναι ένα χαρακτηριστικό του ολοκληρωτισμού).

Πολλές φορές παραπονιόμαστε για τη «σιωπή των διανοουμένων» απέναντι στην παρούσα «κρίση». Με το «Ταξίδι στην Ελλάδα» ο Δημήτρης Νόλλας πήρε θέση. Μπορεί να συμφωνούμε ή να διαφωνούμε μαζί του, αλλά δεν μπορούμε να γκρινιάζουμε για τη «σιωπή» του.

Σε αυτό το πυκνό, όπως το χαρακτηρίζει και ο Κώστας Κατσουλάρης, κείμενο, αυτό που ξενίζει λίγο είναι η άκαιρη χρήση του κόμματος σε ορισμένα σημεία, η οποία πιθανόν διακόπτει τη ροή της αφήγησης. Κατά τα άλλα, ο λόγος του Νόλλα είναι ευθύβολος και απαιτεί απροκατάληπτη προσήλωση από τον αναγνώστη.