Έντονος συμβολισμός και ανάγκη μεταμόρφωσης μιας σύγχρονης ποιητικής φωνής που αναζητεί διέξοδο από την ασφυκτική πραγματικότητα. Ας την ακούσουμε:

ΚΥΟΦΟΡΙΑ (σελ. 11). Συχνά μέσα από λωρίδες σκοτάδι / ακούγεται

ένας παράξενος ήχος / σαν βόμβος μέλισσας / τυφλή ψηλαφώ τις

λυσιμελείς λέξεις / έχουν καμπύλες γυναίκας / άρωμα κυπαρισσιού /

ηδονικά χαϊδεύω το ι, το ο, το η / Σιωπή εντός / και εκτός / αυτός ο

εκτυφλωτικός ήχος / μέσα από κλωστές βροχής / γυροφέρνει μέσα μας

/ και μάς καίει σιγά-σιγά.

Η λεπτουργημένη λογοτεχνικότητα φαίνεται από την απολύτως αξιοθαύμαστη παρήχηση του λάμδα σε όλο το ποίημα, αλλά και ειδικά στον στίχο τυφλή ψηλαφώ τις λυσιμελείς λέξεις, που παραπέμπει στον λυσιμελή έρωτα της Σαπφώς, νομίμως μετατεθέντα κι εξιδανικευθέντα διά της Ποιήσεως.

Ας προχωρήσουμε όμως στη συνδημιουργική ανάγνωσή μας:

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΕΡΙΝΟ (σελ. 14). Έτσι αυτό το παραμύθι αρχινάει / μες στη βροχή με το ασημί της πανωφόρι / παγώνουν οι λέξεις στις χούφτες σου / και η ανάσα σου καυτή / εαρινό παλίμψηστο / χαράσσεται στο στήθος σου / άνεμοι ναύτες θα φορτσάρουν / για να ντυθεί το όνειρο γαλάζιο / ασήμωμα κλάδων μυρτιάς / φυσάει το «σ’ αγαπώ» μέσα από τα μάτια σου / καθώς τα κρυστάλλινα γοβάκια / κροταλίζουν στο πλακόστρωτο.

Ποίηση βαθιά ρομαντική, με μια υποψία θλίψης ανεπούλωτης, από αυτή που θα λέγαμε παλιά, πολύ παλιά, «γυναικεία», είναι όμως τώρα προνόμιο όλων των ευαίσθητων ανθρώπων, ανεξαρτήτως φύλου. Ποίηση κρυστάλλινη και διαχυτική, εξωστρεφής στη μοναχικότητα του οράματος, εσωστρεφής ως προς τη μη αποκάλυψη των «κλειδιών» της. Οι κώδικες παραμένουν όμως φανεροί και προσβάσιμοι.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ (σελ. 15). Μια πεταλούδα που τρεμοπαίζει / σε χρώματα ιριδίζοντα / μια λέξη που ολοένα γλιστρά μέσα στο ποίημα / την πιάνεις / σου ξεφεύγει / Περσείδα αιμάτινη / σε στάλες χαρτί / σήραγγα κρυπτική / από το εγώ / στο εσύ / και / με λίγο μαύρο / λίγο πράσινο / ένα σμήνος πουλιών ανθίζοντας /// αχνό γαλάζιο να χαράσσεται στο τζάμι // ενώ η Μαρία στα μαύρα σκεφτική / καθώς ο Άγγελος / αθέτησε το ραντεβού / κι έφυγε εσπευσμένα σε ταξίδι.

Μένω στο επίθετο «κρυπτική» και στο επαμφοτερίζον ουσιαστικό «Περσείδα», στο ρήμα «χαράσσεται» και στην ομορφιά των καλογυαλισμένων παπουτσιών μια μέρα λασπωμένη που δεν εμποδίζει όμως τον ποιητή να αιθεροβατεί και να ονειρεύεται ένα σύμπαν γέμον ευνομίας και μη υποτακτικής τάξεως.

Η μέλισσα ως σύμβολο εργατικής, δομημένης και ιεραρχημένης παραγωγικότητας επανέρχεται στη σελίδα 21 αυτού του συμπυκνωμένου πονήματος:

Βόμβισμα μέλισσας ζωή κερήθρα / Άραγε υπάρχει μεγαλύτερη ζάλη /

Όταν ο πόθος αγκαλιάσει τις σκιές στο δωμάτιο / Ενσαρκώσει το

ανάγλυφο ιδανικό γυναίκας σε γυναίκα / Κι όταν ο ήλιος γείρει σαν

προβολέας στα πρόσωπά μας / και μας ρωτήσει ποιοί είστε;

Εδώ αρχίζουμε να αποκωδικοποιούμε τον κεκαλυμμένο ερωτισμό κάτω από στρώσεις φύλλων φιλοσοφικών και με την υπαρξιακή αναζήτηση στο αιώνιο, επιτακτικό ερώτημα κάθε αυτογνωσίας.

Η απολύτως φροϋδική «μετάθεση» κι «εξιδανίκευση» καταγράφεται στο ποίημα της σελίδας 23:

Να φιλάς νοερά τα μάτια / που σού γέννησαν την πρώτη σου θλίψη / Το

σκούρο βαθύ τους χρώμα το υγρό τους δάκρυ / Να σκύβεις στα

τετράδια / Και με χαλασμένο μολύβι να γράφεις ποιήματα.

Ας προσέξουμε εδώ το «χαλασμένο μολύβι», την εξομολογούμενη ανεπάρκεια της ήττας, όχι σε φιλοσοφικό επίπεδο, αλλά σε πρακτικό, μη πραγματοποιήσιμο.

Ιδού κι ένα «ποίημα ποιητικής»:

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΛΕΚΙΝΟΥ (σελ. 27). Έσπασαν οι λέξεις / τις

συναρμολογεί ο αρλεκίνος / σε μια παλέτα ροζ / γεμάτη εύφωνους και

κακόφωνους ήχους….

Αυτή η μετροέπεια [ας μου συχωρεθεί ο νεολογισμός κι ας μην διορθωθεί ως δακτυλογραφικόν λάθος] καθιστά ιδιαίτερα συμπαθή αυτή την ποιήτρια που ξέρει και να διαλέγει και να αφαιρεί αλλά και να συμβολίζει, όπως στο ποίημα «Σπορά» (σελ. 35):

Να φυτεύεις τον ίδιο σπόρο για να πιάσει / Δύο-τρεις φορές / Χωρίς

παράπονο / Γιατί το χώμα δύσκολα εδώ καρποφορεί // Κι αυτοί οι

αέρηδες…

Εδώ η ποιήτρια παραπέμπει σαφώς στον Σεφερικό στίχο «τα περισσότερα σκάψε στον ίδιο τόπο να τα βρεις».

Ιδού και το ηθικό δίδαγμα. Παιδαγωγική λειτουργικότητα της ποίησης χωρίς διδακτισμούς. Ο ποιητής ως σοφός παραγωγός γνωμικών που συμπυκνώνουν κι ανακεφαλαιώνουν τη Συλλογικώς Συσσωρευμένη Γνώση. Αυτή η πανάρχαια «μαγική» τελετουργία αναβιώνει στους σύγχρονους ποιητές μετά την απόλυτη διάλυση που επέφερε το λεγόμενο «μεταμοντέρνο». Ξαναγυρίζουμε σε έναν επαναπροσδιορισμό του ρόλου του πνευματικού ανθρώπου, σε μια επανατελετουργοποίηση (reritualisation) της Ποίησης κι αυτά είναι τα ευοίωνα σημάδια μιας ρυθμολογικής κι αισθητικής αλλαγής που έρχεται καλπάζοντας. Η Δρ Νάντια Στυλιανού, υπεύθυνη για το Σπίτι της Κύπρου, συγκαταλέγεται στις πλέον ευοίωνες φωνές του νέου αιώνα που κλείνει ήδη αισίως (σε γενικές γραμμές) τη δεύτερη κρίσιμη και μεταβατική δεκαετία του.