Σαράντα πέντε πρόσωπα συμμετέχουν σε αυτό το μυθιστορηματικό δράμα, του πρωταγωνιστή Καρχηδόνιου στρατηγού Αννίβα συμπεριλαμβανομένου. Ξέρω πόσο δύσκολο είναι να κινήσεις πάνω από τρία πρόσωπα στο χαρτί, ακόμα κι αν έχεις στη διάθεσή σου πεντακόσιες τυπωμένες σελίδες. Στο αρχαίο δράμα έπαιζαν ταυτόχρονα το πολύ τέσσερις, κι ο τέταρτος συνήθως βουβός ή ολιγόλογος, όπως ο Πυλάδης στην αισχύλεια «Ορέστεια», ενώ στην Ευριπίδεια «Ηλέκτρα» έχει σαφώς εκτενέστερο ρόλο… Οι συνθετικές-δραματουργικές ικανότητες του μυθοπλάστη Μάνου Καλύβα, που γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε Οικονομικά (με εξειδίκευση στην οικονομική ανάλυση), είναι υποδειγματικός σύζυγος και πατέρας τριών παιδιών, καταδεικνύουν ένα γνήσιο μυθοπλαστικό τάλαντο, που ολοκληρώνει τώρα με το βιβλίο του αυτό μία άτυπη τριλογία η οποία εντάσσεται στην κατηγορία του ιστορικού μυθιστορήματος. Κι αν αναφέρω, κατ’ εξαίρεσιν, το εργοβιογραφικό του και δεν περιορίζομαι στενά στο έργο του, είναι: πρώτον, γιατί δεν είναι εύκολο να μεγαλώσεις τρία αγόρια σε αυτή τη δύσκολη εποχή, και δεύτερον, ας τελειώνουμε επιτέλους με τον μύθο των δήθεν «καταραμένων ποιητών» που χωρίς αλκοόλ κι άλλα παραισθησιογόνα δεν μπορούν να γράψουν ούτε μία αράδα. Θεωρώ αυτή τη νοσηρή μυθολογία ύποπτη και δημιουργημένη από σκοτισμένους εγκεφάλους που κρίνουν εξ ιδίων. Μπορούμε άνετα να διατηρούμε τη γαλήνη μας με νεράκι του Θεού, διαλογισμό, πνευματική εργασία και προσφορά στον πλησίον. Κι αυτό είναι σημαντικότερο από αυτοκτονικές και καταστροφικές τάσεις, που δεν προσφέρουν τίποτα στο καθαυτό λογοτεχνικό έργο. Αντιθέτως, το αδυνατίζουν και το αποδυναμώνουν καθιστώντας τον δημιουργό του αν όχι αναξιόπιστο, τουλάχιστον ύποπτο για το αναγνωστικό κοινό.

Κι αφού εκθείασα την ηθική διάσταση του ανδρός, ας έλθω τώρα και στην ανάλυση του κυρίως έργου του. Τα δύο προηγούμενα ιστορικά μυθιστορήματα (όλα από τις σοβαρές εκδόσεις Αγγελάκη) είχαν τίτλους: «Από το βράδυ του Μαρένγκο στον ήλιο του Αούστερλιτς» (2013) και «Έρωτας στην κόψη του ξίφους. Χαιρώνεια 338 π.Χ.» (2014). Θα έλεγε κανείς ότι εντάσσονται στα βιβλία ευρείας καταναλώσεως και είναι βεβαίως ευπώλητα, όμως όσοι αγαπούν (όπως εγώ) το δύσκολο αυτό είδος του ιστορικού μυθιστορήματος, θα αναγνωρίσουν στο βιβλίο αυτό και στην τριλογία γενικότερα συνθετικές, συγγραφικές και «σκηνοθετικές» αρετές σπανίζουσες σε παρόμοια βιβλία γιγάντων της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο λογοτέχνης ως στανισλαβσκικός ηθοποιός καταβυθίζεται στο υποσυνείδητο της Ανθρωπότητας για να πλάσει τις μάσκες των ηρώων του, κατέχει την τέχνη της παρατηρήσεως Φύσεως και φαινομένων, ξέρει να καθιστά το γραπτό του ευλογοφανές, τον διάλογο αληθοφανή και τις περιγραφές του πειστικότατες, τόσο που δημιουργούν εικόνες ανεξίτηλες στη συνείδηση του επαρκούς συνδημιουργού αναγνώστη. Ιδιόλεκτος καθημερινή, απολύτως σύγχρονη, βοηθά τον απο-δέκτη αυτής της πληθώρας καταιγιστικών σημάτων και μηνυμάτων να πλάσει στο μυαλό και στην ψυχή του μια πλήρη εξατομικευμένη, «υποκειμενική» εικόνα μακρινών εποχών και χαμένων πια για εμάς κοσμοθεωριών και πολιτιστικών προϊόντων, ρευμάτων ή τάσεων. Οι υποσημειώσεις, τα σχεδιαγράμματα, ο κατάλογος των δραματικών προσώπων, συγκρατημένα, μελετημένα, λακωνικά, κατατοπιστικά και διεξοδικά καθοδηγούν τον αναγνώστη ως μίτος της Αριάδνης μέσα σε αυτόν τον ιστορικό-θεοκρατικό λαβύρινθο. Ο συγγραφέας δεν επιθυμεί να εντυπωσιάσει, δεν προβαίνει σε επίδειξη σχολαστικότητος, δεν στοχεύει σε εύκολες ακαδημαϊκές δάφνες, δεν απευθύνεται σε δήθεν διανοούμενους και κατά δήλωσίν (τους) λογίους. Το αντίθετο: λειτουργεί σαν δάσκαλος που επιθυμεί να γίνει, να είναι και να παραμείνει κατανοητός. Κι αυτή είναι η μόνη δόξα που φαίνεται σαν να διεκδικεί στον δύσκολο στίβο που διάλεξε να τρέξει. Η πνευματική του ατραπός, μέσα από τα γραφόμενά του, αποδεικνύεται γέμουσα ήθους και πλησμονής, γενναιόδωρη και σφύζουσα από νάμα ιερό, εκείνο που διψούν οι ψυχές μας στη βαθιά κρίση που περνάει ο δυτικός, ελληνορωμαϊκός και χριστιανικός πολιτισμός μας.

Ιδιαίτερο στοιχείο αυτής της πρωτότυπης γραφής είναι η γνώση κι εκλαΐκευση πολεμικών τακτικών και στρατιωτικών «μυστικών», που υπερβαίνουν τα συνήθη «χολιγουντιανά» παρόμοια μυθιστορήματα και υποβαθμίζουν τις ευκολίες εκείνων που προβαίνουν σε συρραφή στοιχείων άτινα ανιχνεύουν στις μηχανές αναζήτησης του Διαδικτύου. Εδώ, όχι, υπάρχει πρωτοτυπία, γνώση, μεράκι, παλμός. Ανιχνεύεται μια σχεδόν μεταφυσική απαίτηση αναζήτησης της αλήθειας. Τολμώ να πω, ότι αν πιστεύαμε, όπως οι χριστιανοί πριν από τον αφορισμό των θεωριών του Ωριγένη, στη μετενσάρκωση-μετεμψύχωση, ή όπως αλλιώς το λένε αυτό το μυστήριο… τολμώ να πω ότι ο φωτισμένος Μάνος Καλύβας απλώς μας διηγείται όσα ΕΖΗΣΕ σε εκείνες τις ζωές που περιγράφει και χαράζει στο χαρτί με σημάδια ανεξίτηλα.

Μεγάλο εύγε στον εκδότη του, τον Κύριο Αγγελάκη, που ανακάλυψε κι εξέλιξε αυτό το αξιοσημείωτο ταλέντο: Μάνος Καλύβας, μία γραφή που αξίζει να απαθανατιστεί ψηφιακά, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση. Σεναριογράφοι, ακούτε;