Από τα πιο ενδιαφέροντα και πρωτότυπα βιβλία της πρόσφατης βιβλιοπαραγωγής. Η καθηγήτρια σε κολέγια της Θεσσαλονίκης και καταξιωμένη ποιήτρια (κυρίως στην Αμερική, αλλά όχι ακόμα αρκετά στην ταλαίπωρη επαρχία μας) Ντόρα Βαλκάνου, συνεργάζεται με τον ειδικό στις γαστριμαργικές απολαύσεις και εικαστικό Παναγιώτη Κουκουβίτη και συνυφαίνουν ένα απολαυστικό μυθιστόρημα, όπου ένας σεφ εμπνέεται από τις ερωμένες του νοστιμιές και τους εμπνέει αθεράπευτο, ακατάσχετο έρωτα. Χωρίς τη σκοτεινιά που είχε το «Άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ, αλλά φανερά ίσως επηρεασμένο από αυτό, το βιβλίο είναι ένας ύμνος στη ζωή και στις ηδονές της, αφού συνταιριάζει τις λεγόμενες «κατώτερες» με τις «ανώτερες» και τη σπουδαγμένη μυθοπλασία με αναλυτικότατες συνταγές μαγειρικής. Ως συγγραφέας του σχολαστικού αλλά και πρακτικά ωφέλιμου πονήματος «Αρχαίο Φαγοπότι» (εκδόσεις Αρμονία – Λεξικά Τεγόπουλος), είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητος σε ό,τι αποκλίνει από τον «Κανόνα» της σοβαρής (σοβαροφανούς μάλλον) λεγομένης λογοτεχνίας κι αγαπώ τους ρηξικέλευθους μεσογειακούς ανθρώπους που δεν ελπίζουν ούτε σε τεχνητούς παραδείσους ούτε σε απειλητικές κολάσεις, αλλά –ως απόγονοι των αρχαίων επικούρειων– προσπαθούν να μετατρέψουν τη ζωή τη δική τους και των πλησίον τους σε κάτι παραπάνω από ανεκτική. Η τέχνη της Ζωής είναι σημαντικότερη από τη «λογοτεχνία» των στερημένων, μίζερων και σκοτεινών ανθρώπων, που παλεύουν με το τέρας μέσα τους κι όλο εκείνο τους νικάει.

Η χαρά της ζωής, πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη και προσεκτικά επιμελημένο ιδεαλιστικό ρομαντισμό, μας φέρνει την ανάσα εκείνου του ουμανισμού που είναι απαραίτητος στη σύγχρονη σκληρή πραγματικότητά μας. Πήξαμε σε ψυχοπαθείς αυτόχειρες και σχιζοφρενείς δολοφόνους με την πένα (το τάμπλετ ή το πληκτρολόγιο, τα τηλέφωνα με τις οθόνες αφής ή …ταφής). Και λίγη αλεγρία, βρε παιδιά, δεν βλάφτει. Δεν είναι όλα τόσο μαύρα και πεισιθάνατα. Έλεος! Βεβαίως και ζούμε μια βαθιά πολιτισμική κρίση. Βεβαίως και περνάμε μέσα από τις Συμπληγάδες Πέτρες. Βεβαίως κι ακούμε τις καταστροφολόγες Σειρήνες. Ας δεθούμε κι εμείς όμως σαν τον Οδυσσέα στο κατάρτι της υπομονής και της επιμονής σε ό,τι πιο φωτεινό κουβαλάει η ανθρώπινη, η πανανθρώπινη ψυχή εντός της.

Απόλαυσα το πόνημα και τις διασκεδαστικές ερωτικές-γαστριμαργικές περιπέτειες του ήρωα που αλλάζει τις γυναίκες και τις λιχουδιές σαν τα πουκάμισα, αλλά με τον σεβασμό, τη βραδύτητα και την τέχνη των Ολύμπιων Θεών, που –ως αθάνατοι– επιτρέπουν στον εαυτό τους τις «παρεκτροπές» της Ύλης.

Από το βιβλίο λείπει ένα επεξηγηματικό σημείωμα για τη συνεισφορά εκάστου των συν-συγγραφέων. Σε επόμενη έκδοση, ελπίζω και προτείνω…