«Υπάρχουν στιγμές που είναι προτιμότερο να παραδεχτεί κανείς ότι όλα τέλειωσαν, ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορεί να γίνει. Να τα παρατήσει και να παραιτηθεί από κάθε ελπίδα· να παραδοθεί. Έτσι αισθανόμουν πια. Δεν πίστευα σε θαύματα. Αυτό μας είχε συμβεί επειδή επιμέναμε να θέλουμε να αλλάξουμε ένα πεπρωμένο που ήταν προδιαγεγραμμένο. Δεν είχαμε κανένα δικαίωμα, δεν μπορούσαμε να ξαναγράψουμε την ιστορία» (σελ.239).

Ο Κουβανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Armando Lucas Correa γεννήθηκε το 1959 στο Γκουαντάναμο. Από το 1977 έως το 1982 σπούδασε στο Πανεπιστήμιο των Τεχνών της Αβάνας θεατρολογία με ειδικότητα στη δραματουργία και στην κριτική θεάτρου. Η καριέρα του στην αμερικανική δημοσιογραφία ξεκίνησε το 1991 ως δημοσιογράφος στην ισπανόφωνη έκδοση “El Nuevo Herald”, της αμερικανικής εφημερίδας “The Miami Herald”. Το 1997 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, προσλήφθηκε ως συντάκτης στο κορυφαίο σε πωλήσεις ισπανόφωνο περιοδικό των ΗΠΑ, “People en Espanol”, όπου εργάζεται από το 2007 έως σήμερα στη θέση του αρχισυντάκτη. Έχει βραβευτεί με πλήθος τιμητικών διακρίσεων για εξέχουσες επιδόσεις από την Εθνική Ένωση Ισπανόφωνων Εκδόσεων και την Εταιρεία Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας. Το πρώτο του βιβλίο, «Αναζητώντας την Έμα», εκδόθηκε το 2007. «Το κορίτσι από τη Γερμανία» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, το οποίο έγινε διεθνές best seller, μεταφράστηκε σε 14 γλώσσες και εκδόθηκε σε περισσότερες από 20 χώρες. Το δεύτερο μυθιστόρημά του, “The Daughter’s Tale”, εκδόθηκε τον Μάιο του τρέχοντος έτους.

Η Νύχτα των Κρυστάλλων, ή αλλιώς η απαρχή του Ολοκαυτώματος, το μαζικό πανεθνικό πογκρόμ κατά του συνόλου των Εβραίων πολιτών στη Γερμανία και στην Αυστρία τον Νοέμβριο του 1938, αναγκάζει τη δωδεκάχρονη   Γερμανοεβραία Χάνα και την οικογένειά της, που ζουν στο Βερολίνο, να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, και να αναζητήσουν τις τύχες τους για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή στις ΗΠΑ, μέσω μιας πολύμηνης, υποχρεωτικής, γραφειοκρατικής παραμονής σε ενδιάμεσο σταθμό, στην Κούβα. Μαζί με 900 συντοπίτες τους, μεταξύ των οποίων 400 γυναικόπαιδα, προμηθεύονται από τις υπερπόντιες ακτοπλοϊκές γραμμές Αμβούργου-Αμερικής (HAPAG) έναντι αδρής αμοιβής τις απαραίτητες άδειες αποβίβασης, οι οποίες εκδόθηκαν από τη διεύθυνση της Κουβανικής Υπηρεσίας Μετανάστευσης, τις μεταναστευτικές βίζες εισόδου στις ΗΠΑ, καθώς και τα εισιτήρια για το μακρινό ταξίδι με το υπερωκεάνιο Σεντ Λούις, το οποίο θα αναχωρήσει από το λιμάνι του Αμβούργου για την Αβάνα. Πράγματι, ο δρόμος προς την ελευθερία, η διαφυγή από τον βέβαιο θάνατο αρχίζει να διαφαίνεται, καθώς το ατμόπλοιο αναχωρεί στις 13/05/1939 και καταφθάνει στο κουβανικό λιμάνι 14 μερόνυχτα μετά.

Όμως, οι ατυχείς συγκυρίες, τα εθνικά συμφέροντα, τα πολιτικά παιχνίδια και οι γεωπολιτικές στρατηγικές αλλάζουν ραγδαία και τραγικά την πορεία των ανυποψίαστων 937 πρωταγωνιστών, ηρώων του βιβλίου. Οι ελπίδες σβήνουν, το πλοίο μετατρέπεται από μέσο λύτρωσης σε παγίδα αφανισμού των απεγνωσμένων και ανεπιθύμητων –στην άλλη πλευρά του ωκεανού– επιβατών του. Ο γλυτωμός απέχει λίγα ναυτικά μίλια, τον θωρούν, τον ψηλαφούν, τον οσμίζονται, είναι τόσο κοντά, κι όμως τόσο μακριά.

Το 2014, η δωδεκάχρονη Άννα Ρόσεν ζει στη Νέα Υόρκη, με τη μητέρα της, η οποία δεν μπορεί να ξεπεράσει τον χαμό του Γερμανοκουβανού συζύγου της στις τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στις 11/09/2001. Η Άννα στα γενέθλιά της παραλαμβάνει ένα παράξενο δέμα από την Κούβα, από «το κορίτσι από τη Γερμανία», τη Χάνα. Η Άννα με τη μητέρα της ταξιδεύουν στην Αβάνα για να φωτίσουν το παρελθόν και να ξεθάψουν λησμονημένα γεγονότα, που θα ήταν σώφρον να παραμείνουν αιωρούμενα στη λήθη και θολωμένα στην αχλή του χρόνου.

Το βιβλίο διαιρείται σε τέσσερα μέρη, στο πρώτο γνωρίζουμε τη Χάνα στο Βερολίνο το 1939 και την Άννα στη Νέα Υόρκη το 2014, στο δεύτερο βρίσκουμε τη Χάνα επιβιβασμένη στο ατμόπλοιο το 1939, ενώ στο τρίτο, τις δύο κοπέλες στην Αβάνα σε μία χρονική απόσταση από το 1939 έως το 2014, και στο τελευταίο τη Χάνα και την Άννα στην Αβάνα στις 24/05/2014. Ορόσημα κατά τη διάρκεια της πλοκής αποτελούν το οπτικό υλικό με τα τηλεγραφήματα της πλοιοκτήτριας εταιρείας προς το πλοίο όταν βρίσκεται εν πλω, σχετικά με τις εξελίξεις στην Κούβα. Ακολουθούν οι ευχαριστίες και το κατατοπιστικό σημείωμα του συγγραφέα με το ιστορικό πλαίσιο της οδύσσειας του υπερωκεάνιου Σεντ Λούις, του πληρώματος και των προσφύγων που διέσχισαν τον Ατλαντικό. Έπειτα από την εγκληματική άρνηση της Κούβας, των ΗΠΑ και του Καναδά, οι ΗΠΑ ζήτησαν πρόσφατα δημόσια συγγνώμη, ενώ ο Καναδάς ανέγειρε ένα μνημείο αποδοκιμασίας της άρνησης της χώρας υποδοχής των προσφύγων, γνωστό ως “The Wheel of Conscience(Ο τροχός της συνείδησης).

Αντίθετα, στην Κούβα (προς απογοήτευση του συγγραφέα) η τραγωδία απουσιάζει από τις σχολικές τάξεις και τα βιβλία ιστορίας και όλα τα διαπραγματευτικά έγγραφα έχουν εξαφανιστεί από το Εθνικό Αρχείο της Κούβας.

Όταν το ατμόπλοιο επέστρεψε στην Ευρώπη, μόνο οι 287 από αυτούς, που έκανε δεκτούς η Μεγάλη Βρετανία, διασώθηκαν από τα δεινά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι υπογραφές των 937 επιβατών, στους οποίους είναι αφιερωμένο το βιβλίο, καθώς και φωτογραφίες που αποδεικνύουν τον πόθο τους για ελευθερία. Σε κάθε φωτογραφία αναφέρεται επεξηγηματική λεζάντα και οι πηγές που παραχώρησαν ευγενικά το φωτογραφικό υλικό, με κυριότερη το Μουσείο Ολοκαυτώματος της Ουάσινγκτον. Το έργο ολοκληρώνεται με την πλούσια βιβλιογραφία του συγγραφέα προορισμένη για τους αναγνώστες που επιθυμούν να εντρυφήσουν στο άγνωστο σε πολλούς συμβάν στις απαρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το σπαρακτικό και συνάμα πανέμορφο βιβλίο βασίζεται σε ένα συγκλονιστικό ιστορικό γεγονός, σε μία τραγωδία που αγνοήθηκε επί σειρά ετών. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση των δύο διαφορετικών ιστοριών στο πέρασμα των χρόνων των νεαρών κοριτσιών καθιστά το αναγνωστικό κοινό, συνεπιβάτη των προσφύγων στο υπερπόντιο οδοιπορικό τους, στην οργή, στις αγωνίες και στις απογοητεύσεις τους. Το έγκριτο αμερικανικό περιοδικό βιβλιοκριτικής “Kirkus Reviewsτο χαρακτηρίζει καθηλωτικό και συγκινητικό, ενώ παράλληλα φωτίζει ένα ακόμη θλιβερό επεισόδιο της ιστορίας του Ολοκαυτώματος (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε άρθρο της, η μεταφράστρια του βιβλίου Φωτεινή Πίπη, το έργο πραγματεύεται την «ανθρώπινη συνθήκη» στη σχεδόν κυκλοτερή ροή της Ιστορίας, καθώς ο αναγνώστης δύσκολα θα εντοπίσει διαφορές ανάμεσα σε έναν πρόσφυγα από τη ναζιστική Γερμανία του 1939 κι έναν πρόσφυγα από οποιαδήποτε εμπόλεμη ζώνη του 2019.

«Οι αναμνήσεις είναι ό,τι δεν θέλεις πια να θυμάσαι»

JOAN DIDION (απόσπασμα από το βιβλίο, σελ. 9).