Αν υπάρχει ένα βιβλίο που γράφτηκε πρόσφατα και καταργεί τα όρια ανάμεσα στην παιδική και την ενήλικη λογοτεχνία, αυτό είναι «Το Δέντρο το Μονάχο». Είναι από τα βιβλία που σε σημαδεύουν για μια ζωή, ανεξάρτητα από την ηλικία που έχεις όταν το διαβάζεις.

Ο τόπος είναι ο Κόφινας, ένα χωριό σκαρφαλωμένο στα βράχια, απομονωμένο, ξεχασμένο από τον κόσμο. Βλέπει θάλασσα, μα η θάλασσα είναι μακριά. Βουνίσιοι αισθάνονται οι κάτοικοι. Στην Κρήτη βρίσκεται ο Κόφινας, αλλά αυτό δεν παίζει κανένα ρόλο. Θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε στην Ελλάδα. Έτσι που κανένα ορεινό μέρος της χώρας μας δεν απέχει πολύ από τη θάλασσα (από τον Όλυμπο ώς τον Πλαταμώνα είναι λίγες ώρες δρόμος, βουνό και θάλασσα αγκαλιάζονται στην Ελλάδα), ο Κόφινας γίνεται μια σύνοψη της ελληνικής υπαίθρου. Η απομόνωση, το απρόσιτο της περιοχής, δίνει την ευκαιρία για να απεικονιστεί η ψυχή γυμνή. Όχι μόνο του Έλληνα, αλλά και του Ανθρώπου.

Ο χρόνος είναι απροσδιόριστος. Χρονολογικά βρισκόμαστε στη μετά την ένταξη της Ελλάδας στο ευρώ εποχή, στη σύγχρονη εποχή. Από πλευράς κοινωνικής, οικονομικής και ψυχολογικής ιστορίας, όμως, το ρολόι έχει σταματήσει στη δεκαετία του ΄50. Οικονομία αυτάρκειας, κινητά δεν υπάρχουν, ούτε PC, ούτε playstation. Πολύ περισσότερο που τα φλας μπακ στις ζωές των ηρώων μάς μεταφέρουν στις εποχές της προφορικής παράδοσης, των παραμυθιών, των ξωτικών, των στοιχειωμένων τόπων και του «τρελού του χωριού».

Οι πρωταγωνιστές είναι ο Σίμος, η Βιολέτα, η Οντίν κι ο Μάρκος. Ο Σίμος, ο Μάρκος κι η Οντίν είναι έφηβοι που ψάχνουν το δρόμο τους. Τα δυο αγόρια, γέννημα-θρέμμα του Κόφινα, εμπλέκονται σε μια υπόθεση ανεύρεσης των ταμάτων που κλάπηκαν από την εκκλησία. Για την ακρίβεια, ο Σίμος ψάχνει τον εαυτό του, να διασχίσει τα ρουμάνια και τις απαγορευμένες περιοχές του χωριού, εκεί που στέκει το Δέντρο το Μονάχο, κι εκεί που έχει η Βιολέτα, η τρελή, τα λημέρια της, για ν’ αποδείξει ότι είναι άντρας. Ο Μάρκος, πάλι, το αντριλίκι του θέλει να το αποδείξει βρίσκοντας τα κλεμμένα από την εκκλησιά τάματα. Η Οντίν είναι συνομήλική τους, Γερμανίδα, που βρίσκεται στο χωριό επειδή ο πατέρας της αναζητά αυτόν που έσωσε τον παππού του, Αυστραλός αυτός, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η πλοκή, σοφά δομημένη, τέμνει τα νήματα από τις πορείες του Σίμου, του Μάρκου, της Οντίν, της Βιολέτας και άλλων χωριανών. Η τελευταία είναι ο αποδιοπομπαίος τράγος του χωριού. Η «σαλή», που θα γίνει ο καταλύτης για να βρούνε όλοι οι ήρωες, και όλο το χωριό, τον εαυτό τους.

Ένα μυθιστόρημα που αξιοποιεί το σκηνικό του χωριού για να αναδείξει διαχρονικά θέματα. Η ενηλικίωση των νεαρών ηρώων γίνεται μέσα από δύσκολα περάσματα, αλλά τελικά η διαδικασία απηχεί τα περάσματα μιας ολόκληρης κοινωνίας από το «εγώ» στο «εμείς». Ένα βιβλίο που απαντά σε πολύ περισσότερα ερωτήματα από αυτά που τολμά να θέσει ο νέος (και ο άνθρωπος) στον εαυτό του.

Η Μαρία Παπαγιάννη γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε φιλολογία και στη συνέχεια δούλεψε ως δημοσιογράφος. Συνεργάστηκε με την Ορχήστρα των Χρωμάτων ως υπεύθυνη γραφείου Τύπου. Τα τελευταία χρόνια γράφει ιστορίες για παιδιά και μεταφράζει παιδική λογοτεχνία. Το μυθιστόρημά της «Ως δια μαγείας» τιμήθηκε με το Βραβείο του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω». Έχει γράψει το λιμπρέτο και τους στίχους για το μουσικό θέατρο «Παράξενο δεν είναι;» και για το έργο «Πες το μ’ ένα παραμύθι» για αφηγητή και ορχήστρα σε μουσική του Θ. Μικρούτσικου.