Σε μια καλαίσθητη έκδοση, σχεδόν συλλεκτική, ο βραβευμένος ποιητής διακρίνεται για την ανακεφαλαιωτική του τόλμη να αντιμάχεται τον καιρό με ρευστά και φθαρμένα υλικά: τις λέξεις. Όπως τις συνέχει όμως η μαγεία της ελληνικής λαλιάς και η ρυθμολογία μιας χαμένης νιότης. Ο έρωτας, απών. Ο πατριάρχης θεός, όμως, παρών, μόνη καταφυγή και παραμυθία μιας ψυχής παραζαλισμένης στον κυκεώνα της ύλης που φιλοδοξεί την αποποίησιν κάθε ματαιοδοξίας. Αυτή η «μεταφυσική» διάσταση στην ποίηση του Δημήτρη Κοσμόπουλου δίνει και τον τόνο και το τέμπο μιας μακράς προσευχής που απευθύνεται στον Ουρανό και στους άλλους, σαν κάτι να ζητά, σαν κάτι να μην καταδέχεται να λάβει. Χρησμός η κριτική μου αυτή κατάφαση; Όχι όμως κι ο ξάστερος, ο λαγαρός στίχος του Μεσσήνιου ποιητή με την παγκόσμια στόχευση. Η ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία στα καλύτερά της, όχι χωρίς κάποια δόση αναπόσπαστης ειρωνείας, διά της οποίας επιτυγχάνεται κάποια αποστασιοποίηση ψυχοπαγής.

Με εφαλτήριο την παράδοση, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος ανανεώνει τα μέτρα της δημοτικής ποίησης, δεν αρνείται την ιστορία και την καταγωγή του, είναι βαθιά εθνοκεντρικός κι Έλληνας μέχρι το κόκκαλο.

Ας παρακολουθήσουμε εκ των έσω, ανακαλύπτοντας τον ψυχικό ρυθμό που συνέχει όλη την ποιητική τέχνη του διακεκριμένου λογοτέχνη, το ποίημα με τίτλο «Ιστορία» (σελ. 15):

Παλαίμαχος, με το σπαθί σπασμένο,

να βλέπει αγχέμαχο σε φωτεινή αλκή

τον μαχητή που υπήρξε, παθιασμένο,

με τ’ άλογό του να περνά, με μουσική

 

της πρωινής θαλάσσης να τον συνοδεύει –

είναι εικόνα δωρεάς κι ας τον παιδεύει.

Αλλά παιδί να κουβαλάει τραυματία,

να κρύβει σε σπηλιά τον τολμητία

 

τον αρνησάμενο να συνθηκολογήσει

είναι πέτρα φλεγόμενη στο στήθος.

Φυλλόστρωμα τού απλώνει, συγυρίζει.

 

Έπειτα – όπως ιστορεί ο μύθος –

νεράκι κρυσταλλένιο τον ποτίζει.

Κι η πέτρα η φλεγομένη ανθίζει.

Πέρα από τις ζευγαρωτές και τις σταυρωτές ομοιοκαταληξίες που αλληλοϋφαίνονται σε ένα μαγνάδι που περιπαίζει τις φρεναπάτες του κόσμου κι αναζητεί το Φως το λαγαρό, το «φως που καίει», είναι σαφής ο προσανατολισμός και η στόχευση του καλού ποιητή. Θέλει να είναι διάδοχος των προπατόρων του, των μεγάλων ποιητών του τέλους του δέκατου ένατου αιώνα, δεν τον αγγίζει κανένας μοντερνισμός, καμία μετανεωτερικότητα, παρά μόνο στον βαθμό που απελευθερώνει την έμπνευση και την εικονοποιΐα του διά του ελευθέρου συνειρμού που δεν είναι όμως αυτοσκοπός. Απλώς διευκολύνει την ανάπτυξη του θέματος και την ανάταση του εσωτερικού ρυθμού.

Σαν παραβολή για τον ρόλο της αδομένης ποιήσεως σε δύσκολους καιρούς ακούγεται το ποίημα «Πρόσληψη, 2017» (σελ. 34):

Μπήκε ένας τροβαδούρος στο παλάτι,

φίλοι κι εχθροί τού γύρισαν την πλάτη.

Με την ψυχή του γυαλί ραγισμένο

και μαύρο σύννεφο τριγύρω του απλωμένο.

 

Λούφαξε στην περίκλειστη γωνιά του,

καθώς αγρίμι, να σκαρώνει την φωληά του

με φυλλωσιές τρόπων που πόθησε πολύ,

ακόμη και στο πιο φανταχτερό κελλί.

 

Στράγγιξαν τα χρονάκια του, μια χούφτα χώμα,

κι ένας με σύριγγα, του ρουφάει το σώμα,

αόρατος τού σβήνει την φωνή.

 

Μα αυτή που αγάπησε άραγε ξέρει

πως όλα τ’ άντεξε και τα υποφέρει,

αν μοναχά να τραγουδά μπορεί;

Ακόμα κι από τον τρόπο που επιλέγει να γράφει τη λέξη «φωληά», το «κελλί», από τη μη απαλοιφή τού «νι» πριν από το «φι», από την εναλλαγή κτητικού «του» και του άρθρου «τού», από τη συνειδητή τέλος επιλογή του πολυτονικού, είναι σαφές πως πρόκειται για μια ξεχωριστή προσωπικότητα στο ποιητικό στερέωμα, που αντιστέκεται στην ευκολία του πεζού λόγου και της άρρυθμης, άναρχης, χαοτικής, άμουσης δήθεν ποιητικολογίας. Αγαπάει αυτό που τεχνουργεί κι αγαπά να φαίνεται αυτό λαμπρό προς τα έξω, σαν καθαρή μορφή πέρα από κάθε σκοτεινιά και ψευδοκαλλιτεχνική θολούρα.

Μαθηματική δομή, κατάληξη πάντα στο «διά ταύτα», «όπερ έδει δείξαι» και μια βαθιά γνώση της ελληνικής γλώσσης στη διαχρονία της.

Τι άλλο να ζητήσει κανείς από έναν σύγχρονο πνευματικό αγωνιστή και μαχόμενον άνθρωπο;