Είναι ελπιδοφόρο όταν διαβάζεις το πόνημα ενός «νέου» δημιουργού και κατακλύζεσαι από αισθήσεις. Πλημμυρίζεις από αισθήσεις που ρέουν και διατρέχουν κάθε στίχο, λούζεσαι με το φως των λέξεων, γίνεσαι μέτοχος της χαράς, της λύπης, της απορίας, της ελπίδας, της ανάμνησης. Δεν είναι διόλου αμελητέα αυτή η παρατήρηση, αν αναλογιστείς πόσα «στεγνά» και «εγκεφαλικά »ποιητικά βιβλία κυκλοφορούν, που τίποτα άλλο δεν έχουν να προσφέρουν από μια μαραμένη πολλάκις θλίψη.

Η Σοφία Κουκουλά μάς προτείνει τη «Θερινή ώρα» ως ώρα της ποίησης. Δεν προσκολλάται στην ευκολία, στο θέμα του έρωτα, αντίθετα, με το βλέμμα ανοιχτό και συντονισμένο στην υφή και στην ενέργεια  της Ύπαρξης,  στήνει σκηνικά, φτιάχνει μια σύνθεση ποιητική, δροσερή αλλά και σκεπτόμενη, διαχυτική αλλά και μετρημένη, γεμάτη με εικόνες και συνειρμούς, αλλά που έχει συνοχή, τόση όση χρειάζεται ώστε να μην χαθεί το νόημα και ο στόχος.

H Γυναίκα Δέντρο μέχρι να ανθίσει ίσως χρειάζεται να χύσει πολλά δάκρυα και απολογισμοί να γίνουν πολλοί. Είναι η στασιμότητα που δεν βοηθά, όμως η σκέψη μπορεί να κάνει φτερά και να πετάξει αν πλαισιωθεί από την ποιητική φαντασία ή αν βουτήξει μέσα σε αυτήν. Η μυστηριώδης αλλά και ανθρώπινη συνάμα αυτή γυναίκα και όλη η συμβολική της με παραπέμπουν στα λαϊκά παραμύθια με τα προσωποποιημένα στοιχεία της φύσης, αλλά και στη γυναίκα από τις «Ευτυχισμένες Μέρες» του Σάμουελ Μπέκετ. Ακόμα και στο «Δέντρο που είχε  φτερά» της Αγγελικής Δαρλάση.

Σκέψεις, ιδέες, εικόνες, εντυπώσεις, αισθήματα καλοφιλτραρισμένα και ποιήματα με κινητικότητα και αλήθεια υποδέχονται τους αναγνώστες για να τους μυήσουν σε εμπειρίες, όχι πάντα θετικές ή ευχάριστες.

Παπούτσια νούμερο 51

Ασήμαντοι άνθρωποι, μικροί.

Λούζουν τα μαλλιά τους με αεριούχο ποτό. 

Πασαλείβονται τα φιλιά που τους πρόδωσαν.

Ψεκάζονται με άρωμα του κιλού και βγαίνουν.

Κρυμμένοι άνθρωποι. 

Χάνονται μέσα στο πλήθος.

Περπατούν στην άκρη του δρόμου.

Ή κουτρουβαλούν στις κατηφόρες.

Πότε πότε στενάζουν αγκομαχητά.

Ανθρωπάκια.

Παραμερίζουν μόνο στους λεπρούς τους, 

στους τυφλούς και σ’ όσους αγάπησαν. 

Απρόσμενοι ελεήμονες, σπανίως.

Η στιγμή της μακαριότητάς τους αυτή.

Θνητοί που αποθνήσκουν.

Σε φέρετρο μικρό τούς θάβουν. 

Στενά ρούχα και λουλούδι στο πέτο. 

Λευκοί και άχρονοι. 

Παπούτσια φορούν νούμερο 51.

Για τα μεγάλα τους βήματα, τα περιορισμένα

Η ποιήτρια δεν συμβιβάζεται με καμία πικρία, δεν υπάρχει καμιά μοιρολατρική διάθεση, απλά σεβασμός προς τη ζωή που κυλάει και χάνεται ή δεν χάνεται, τη ζωή που αντέχει ή δεν αντέχει. Και μέσω της ποίησης θα διασωθεί βεβαίως ό,τι μπορεί να διασωθεί.

Σε μια ώρα μηδέν και «στης αφής το θέρος», η ποίηση λαμβάνει χώρα, με της μνήμης τον πρόλογο οδηγό. Η γυναίκα δέντρο δηλώνει ότι θα περιμένει μια επερχόμενη ευτυχία, θα περιμένει «μέχρι οι εχθροί να γίνουν φίλοι» και «οι έρωτες να στάξουν καλοσύνη». Στο ποίημα «Σκεπασμένο πιάτο στο τραπέζι» η ελπίδα για Ομορφιά, αγάπη και σύμπραξη είναι συγκινητικές και δείχνουν τις καθαρές αξίες της ζωής.

Γράφει κάπου: «Να περιμένεις να γυρίσω την ώρα που ο γυρισμός θ΄ αξίζει./Κάθε απόγευμα να βλέπεις μαζί μου τον ουρανό./Να προσεύχεσαι μυστικά κοιτώντας ένα γλάρο./Να μελαγχολείς για τότε που απελπίστηκες./Τη νύχτα να ρίχνεις την καρό κουβέρτα στους ώμους μου.[…]». Εξαιρετικό το ποίημα «Προσωρινά για πάντα». Με τον κόσμο που προτίμησε κι ησύχασε, με τη θάλασσα που θριαμβολόγησε.  Με τα χέρια που μαλάκωσαν και τις αγκαλιές που ανάσαναν. Με τον ταχυδρόμο που σταμάτησε να φέρνει λυπημένα νέα, αλλά αρκέστηκε στο να κάνει ποδήλατο. Ο κόσμος βάλλεται από τη λύπη, αλλά ρέπει προς τη χαρά.

Και η ροπή προς την αγάπη είναι παρούσα, αλλά και  στέκεται διακριτική  και αγέρωχη, με τη συμβολή των απλών και άμεσων στίχων: «Σου έχω φωνάξει;/’Οχι./Δεν σου έχω μιλήσει./Δεν σου έχω ψιθυρίσει./Ούτε σου έχω φωνάξει/.Μα εσύ τ΄ άκουσες όλα./Όλα/.Εσύ.(Ωραιότερο δεν άκουσα ποτέ)».

Οι «Μέντες φθινοπώρου» μοσχοβολάνε καλοκαιρινή διάθεση, παραπέμπουν σε αναμαλλιασμένες μνήμες, σε γέλια ψαράδων, σε καλοσυνάτα του Αυγούστου απογεύματα.

«Χωρίς ερεθίσματα δεν μπορεί να έρθει η συγκίνηση», γράφει στο καλογραμμένο ποίημα «Το κορίτσι της Δρέσδης». Τα ερεθίσματα τα έχει η Σοφία Κουκουλά, καθώς τα μάτια ξαγρυπνούν και η καρδιά είναι ανοιχτή, αντλεί από μέσα της, αλλά και από το περιβάλλον το οικείο της. Πίσω από το φαίνεσθαι βρίσκεται το είναι. Και η ποίηση υπάρχει ακριβώς για να βλέπει πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων. Εκείνο το «δεν κλαις γιατί» του ποιήματος «Μυρωδιά κολόνιας λεμόνι» ακουμπά στην ψυχή που διψά να μάθει και να συν-αισθανθεί. Γράφει λοιπόν: «[…]Δεν κλαις γιατί βαρέθηκε την κλάψα σου κι έφυγε./Πριν από σένα./Όχι δεν κλαις επειδή θα σου λείψει./Η μυρωδιά από κολόνια λεμόνι./Του ψιλικατζίδικου μην φανταστείς, φαντασμένε./Που νομίζεις πως εσύ θα υπάρχεις για πάντα./Δεν κλαις που σε λυπούνται επειδή λυπάσαι./Δεν κλαις επειδή πέθανε./Ούτε επειδή εσύ ζεις./Κλαις γιατί αυτό το όμορφο απόγευμα/δεν βλέπει αυτό που μπόρεσες εσύ να δεις».

Συχνά η ποίηση είναι εδώ για να μας υπενθυμίζει ότι «η αλήθεια σφύζει» και πρέπει να σφύζει μέσα στους στίχους για να κάνει τον αναγνώστη συμμέτοχο και κοινωνό. Στο ποίημα «Ο ποιητής δεν είναι πια εδώ», αφιερωμένο στη μνήμη του Ερρίκου Μπελιέ, γράφει: «Μόνο γράφω για ό,τι με βρίσκει». Ό,τι μας βρίσκει λοιπόν, αποτελεί το αρχικό ερέθισμα, την πηγή της έμπνευσης, γιατί –πώς αλλιώς;– κανένας δημιουργός δεν ζει μέσα σε γυάλινο πύργο.

Ανατρεπτική είναι η ματιά στο ποίημα «Αριάδνη». Γράφει προς το τέλος: «Ένας μόνο είναι ο τρόμος της Αριάδνης./Μήπως από τον λαβύρινθο βγει, θριαμβευτικά./Και δεν ξέρει τι να κάνει με τον μίτο της./Καθώς θα τον παιδεύει μες στα χέρια της αμήχανα./Και θα κοιτά της γης την απεραντοσύνη.».

Το βιβλίο συνδιαλέγεται με το ακατάληπτο της ζωής, τη μνήμη που κρέμεται σαν κλωστή πάνω από το κεφάλι του ανθρώπου και κείνος συχνά δεν ξέρει πώς να τη διαχειριστεί.

Διαθέτουν έντονη κινητικότητα τα ποιήματα της Κουκουλά. Σε μεταφέρουν αλλού, σε ψηλώνουν, σε συνωστίζουν κάπου, σου γνέφουν, σου φωνάζουν «Εδώ η Ζωή εφημερεύει». Σου δείχνουν χωρίς διδακτισμό πως «ακόμα η ζωή αντέχει» και πάντα θα αντέχει όσο τη ζούμε. Ακόμα κι όταν υπάρχει μια ερώτηση του τύπου «Τόση πολλή ζωή πώς να χωρέσει σε τόσο λίγο;» υπάρχει και μια απάντηση: «Ολόγυρα φωτίζει». Τίποτα δεν είναι λίγο. ‘Η πολύ. Αρκεί να κοιτάμε τα όμορφα. «Να μουντουρώνουμε του φόβου τα κατάστιχα». Ακόμα και στην περίπτωση που θέλουμε να γίνουμε δέντρα, όλοι μπορούμε. Αρκεί να βρούμε κήπο.