Η απώλεια, η μνήμη και τα ραγίσματα της καρδιάς

Πώς γράφει κανείς για την απώλεια; Ποιο μοτίβο λέξεων είναι ικανό να μετρήσει την έλλειψη της φυσικής παρουσίας ενός προσφιλούς προσώπου; Η λυτρωτική κατάφαση του μυθιστορήματος που αναδημιουργεί, συνθέτει και εξακοντίζει κόσμους, σε τούτο εδώ το βιβλίο δεν χωρούν• ο Τζούλιαν Μπαρνς μιλάει για την πιο «σιγηλή ώρα της ζωής του» που λέει και ο Ρίλκε. Θα μιλήσει για τον χαμό της γυναίκας του – και ατζέντισσάς του. Η Πατ Κάβανα, ωστόσο, είναι παρούσα, συγγράφουν το βιβλίο από κοινού, έστω και αν εκείνη έχει μεταβεί στη χώρα των σκιών και της μνήμης.

Διόλου τυχαίο ότι στο «αυτί» της έκδοσης, εκεί όπου σημειώνονται τα πραγματολογικά σημεία που ορίζουν τη ζωή ενός συγγραφέα, εκτός του Μπαρνς υπάρχουν η φωτογραφία και τα βιογραφικά στοιχεία της γυναίκας του. Το γράφει μόνος του, αλλά την περιέχει στον μέγιστο βαθμό.

«Τα τρία επίπεδα της ζωής» είναι το προσωπικό «Για κάποιο τέλος» του συγγραφέα. Υπάρχει όλη αυτή η ζωτική θερμοκρασία των λέξεων για να σκεπάσει την απώλεια, να προσπαθήσει να επουλώσει πληγές ή να τις ξύσει, να ζήσει με τη μνημοσύνη ή να την αντιπαλέψει. Να λειτουργήσει απροσποίητα μπροστά στο μέγα κενό της έλλειψης ενός οικείου προσώπου.

Το ερώτημα παραμένει εδραίο: πώς γράφει κανείς για την απώλεια; Ο Μπαρνς αποφασίζει να φτιάξει ένα υβριδικό βιβλίο, χωρισμένο σε τρία μέρη (τα επίπεδα της ζωής) και μέσω αυτών να επικοινωνήσει με τη μοναξιά και τους βλαστούς της μοίρας που ορίζει τους ανθρώπους.

Αν τα δύο πρώτα μέρη έχουν μια χροιά δοκιμιακή, ιστοριογραφική, συγγραφικά λειτουργική, το τρίτο –το απόλυτα προσωπικό- είναι μια συνειδητή καταβύθιση στον κόσμο των αισθημάτων και της εξομολόγησης: είναι μια ανοιχτή επιστολή με συγκεκριμένο αποδέκτη.

Ο Μπαρνς είναι σπουδαίος συγγραφέας, δεν συνθηματολογεί/συναισθηματολογεί, δεν επιδιώκει τη συγκίνηση, αφήνει τις λέξεις να δώσουν το δικό τους βάρος. Η αίσθηση του προσωπικού βυθίσματος διαθέτει όλο το καλλιτεχνικό βάθος του απέριττου λόγου. Υπερασπίζεται τις κοινές μνήμες, αδιαφορεί για τα κλισέ της …καρδιάς (αλλά εισχωρεί μέσα σ’ αυτήν, την αναλύει εις βάθος, βουτάει μέσα της), προσπαθεί να κατανοήσει τη σχέση του χρόνου με το πρόσωπο, του χώρου με τις αισθήσεις, του ονείρου με τη φυσική παρουσία. Δεν γνωρίζει, δεν μας φανερώνει μια συγγραφική περσόνα που εκμεταλλεύεται τον πόνο για να γράψει επ’ αυτού. Αντιθέτως, περνάει διπλοβελονιά όλη την γκάμα των συναισθημάτων που διατρέχουν το μυαλό και το κορμί του με έναν τρόπο θεσπέσια καταλυτικό. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι τα …εισόδια του συγγραφέα στον μονήρη βίο. Η Πατ δεν θα γυρίσει, οι κοινές τους ασχολίες θα έχουν πλέον έναν πρωταγωνιστή (μισιακό και βουλιαγμένο), οι άλλοτε εμπνευσμένοι διάλογοί τους εκπίπτουν σε σχοινοτενείς μονολόγους που δεν οδηγούν πουθενά.

Πώς γραφεί κανείς για την απώλεια; Τα τρία μέρη του βιβλίου (Το αμάρτημα του ύψους, Στην επιφάνεια, Η απώλεια του βάθους) συντρέχει μια φράση – ωσάν προμετωπίδα και διαφανές εκχύλισμα: «Συνδυάζεις δύο πράγματα που δεν είχαν συνυπάρξει προηγουμένως. Και ο κόσμος αλλάζει».

Από τον Φελίξ Τουρνασόν, ή άλλως πως Ναντάρ, τον ατρόμητο και εκκεντρικό αεροναύτη του πρώτου μέρους, έως το ψευδοειδύλλιο της ηθοποιού Σάρας Μπερνάρ και του Αγγλου μποέμ Φρεντ Μπάρναμπι στο δεύτερο μέρος, και από εκεί στην ποιητική ιδιοπροσωπία του Μπαρνς, το συγκεκριμένο βιβλίο (όχι μυθιστόρημα, αλλά μια μετάφραση της απώλειας) έχει το βάθος και το ύψος μιας αναδίφησης. Διαθέτει την απαραίτητη και αναγκαία απόσταση για να τρέφεται από τον λυγμό, αλλά δίχως να τον αποκρούει. Είναι ένα βιβλίο υψηλού πλέγματος, αλλά είναι φανερό πως ο Μπαρνς δεν το γράφει καθώς «καίγεται». Είναι μια ιδιαίτερη στιγμή στη βιβλιογραφία του, ένας ξεχωριστός, ανεπιτήδευτος τρόπος για να μιλήσει για τα εγγύτερα των εγγυτέρων.

Τελικά πώς γράφεις για την απώλεια; Απάντηση: όπως ο Τζούλιαν Μπαρνς.

Η μετάφραση του Θωμά Σκάσση κρατάει όλες τις λεπταίσθητες αποχρώσεις του κειμένου, ακολουθεί την ηρεμία της προσωπικής ανάλωσης και της πνευματικής διαδρομής του συγγραφέα. Είναι μια μετάφραση-κατάθεση.