Από τον σουρεαλισμό στο μεταμοντέρνο κι από το ποιητικώς υπερβατικόν στην πιο ρεαλιστική ηθογραφία. Παρωδία του κιτς και κριτική των αστικών μύθων, της αστικής κουλτούρας εν γένει. Μέσα στα τσιμεντένια κλουβιά τους γεννημένοι οι άνθρωπο σαν σε ορνιθοτροφείο ή χοιροτροφείο επιζητούν μία ψευδαιθητική μορφή ελευθερίας μέσα από τον καταναλωτισμό. Η παράνοια μεγαλείου είναι το συχνό καταφύγιο των στερημένων. Και στην τρομοκρατία προσφεύγουν μόνον όσοι κατατρύχονται από φοβίες. Τα σκηνικά πρόσωπα της Αλμπέρτας Τσοπανάκη είναι γραμμένα και σκηνοθετημένα στο ίδιο εφιαλτικό πεδίο (κάπου μεταξύ Ιερώνυμου Μπος, Μαρκησίου ντε Σαντ και Ζενέ). Άλλοτε ερωτοτροπεί η θεατράνθρωπος και θεατρώνης συγγραφέας με το μπουλβάρ, το φιλμ νουάρ, τα χολιγουντιανά θρίλερ, όμως η αισθητική της παραμένει υψηλή γιατί αυτοσαρκάζεται κι έχει αναγάγει την έμπρακτη κι εμπράγματη ειρωνεία σε υψηλή φιλοσοφία και τέχνη. Κανείς δεν είναι τόσον ανατρεπτικός όταν γράφει θέατρο στις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού πρώτου αιώνα. Χωρίς να είναι άμεσα πολιτικό το εφεύρημά της είναι πως μέσα από την μπρεχτική αποστασιοποίηση και μέσα από τη μικροαστική καθήλωση μπορείς να ερευνήσεις τους ενδιάμεσους πόλους της ενσυναίσθησης. Το κοινό (είτε αναγνωστικό είτε και θεατρικό) δεν μπορεί να ταυτιστεί με κανένα από τα δημιουργήματα της Αλμπέρτας Τσοπανάκη, γιατί: 1. είναι ακραία, 2. είναι συνήθως «χαμένα» και 3. είναι τόσο υπερ-ρεαλιστικά που δεν έχουν γερό «πάτημα» στην πραγματικότητα, ενώ ο συνήθης θεατής επιθυμεί να συνεχίσει να πατάει και με τα τέσσερα στη γη, σαν προϊστορικό θηλαστικό. Ο άνθρωπος δεν έχει εξελιχθεί τα τελευταία 3.000 χρόνια, όσο κι αν αυξήθηκαν ποσοτικά οι γνώσεις του και θαυμάζει τα προϊόντα της τεχνολογίας. Η Γνώση παραμένει ζητούμενο σε μια εποχή αντιπνευματική, κοντόθωρη και ρηχή. Κι αυτό ακριβώς σατιρίζει (άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα) η Αλμπέρτα Τσοπανάκη του «Θεάτρου Παραμυθίας» που οργανώνει κάθε χρόνο κι από ένα τουλάχιστον φεστιβάλ παραμυθιού όπου συμμετέχουν ομάδες απ’ όλη την Ελλάδα. Αυτό ακριβώς το παραμυθικό στοιχείο υποδηλώνει την ανάγκη της για φυγή από τα στενά χωροχρονικά πλαίσια ενός πολιτισμού σε Κρίση που αρνείται στον άνθρωπο την παραμυθία της ψυχής του, ακόμα και την ύπαρξη της ψυχής της ίδιας, ενώ δεν παύει να την αναλύει ως …μη υπάρχουσα (οξύμωρο).

Η Αλμπέρτα Τσοπανάκη είναι ένας «μοναχικός λύκος» στα θεατρικά μας πράγματα κι η σοβαροφάνεια τής είναι ξένη. Ίσως γι’ αυτό πληρώνει το τίμημα της σχετικής περιθωριοποίησης εν μέσω προβολέων. Η καταιγιστική επικαιρότητα δεν την έχει αγγίξει ακόμα. Κι όσο κι αν δείχνει πως την προσδοκά, κατά βάθος την αποστρέφεται. Έτσι πράττουν όλοι οι ειλικρινείς ποιητές. Και η Αλμπέρτα Τσοπανάκη είναι μια ποιήτρια του θεάτρου μας. Και μυθιστορηματικό πρόσωπο επίσης.

Αναμένω και τον δεύτερο τόμο που θα προκύψει με τα θεατρικά της.