Η συνομοταξία των παθών

Άνθρωποι που δεν τους είδε τύχη ή εκείνοι την προσπέρασαν. Άνθρωποι με εμμονική φύση ή με το άδηλο στα μάτια. Άνθρωποι με σώματα που κάτι τους λείπει ή κάτι έχουν πλεονάζον. Άνθρωποι μόνοι με τους άλλους και πληθυντικοί στο βάθος του εαυτού τους. Χτυπημένοι άνθρωποι με μια μοίρα ανεξέλεγκτη. Τι θέλουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Τι ζητούν από τους εαυτούς τους; Αυτό που ζητάει ο καθένας από εμάς και δεν το βρίσκει. Τα 22 διηγήματα του τελευταίου βιβλίου του Σωτήρη Δημητρίου προσεγγίζουν ακόμη περισσότερο το mainstream πλαγιομετωπικά. Από τις πρώτες συλλογές διηγημάτων του, «Να ακούω καλά το όνομά σου» και «Ντιαλίθ ’ιμ Χριστάκη», έχει παρέλθει κάμποσος χρόνος. Αυτό που έχει κρατήσει ο Δημητρίου ωσάν κόρη οφθαλμού είναι η λιτότητα. Οι ιστορίες του είναι σύντομες, ακαριαίες, δίχως φιλολογικά παρακλάδια. Μόνο τα απαραίτητα, τα πλέον ουσιαστικά, μένουν για να διηγηθούν την ιστορία. Οι ήρωες σκιτσάρονται αδρά, τα περιγράμματά τους φτάνουν για να δηλώσουν την ύπαρξή τους. Σε αυτό που δίνει βάρος είναι το καίριο της στιγμής, το ξαφνικό βάθεμα που αλλάζει τις ισορροπίες. Ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν κρυφό και ανερμήνευτο, σε μια πρόταση γίνεται καταφανές και εμφανίζεται ατόφιο, ωμό, ανεπεξέργαστο.

Από τους ανθρώπους του περιθωρίου (εν τη ευρεία εννοία), τους σαλούς, τους αποκηρυγμένους, ο Δημητρίου περνάει σιγά σιγά σε ανθρώπους του γενικού κανόνα, της καθημερινότητας. Σε αυτούς που με πρώτη ματιά δεν «λένε» ότι κουβαλούν ένα βουνό. Κι όμως, αυτό έχει βγάλει ρίζες μέσα τους. Πολλούς από αυτούς θα τους βρούμε σε τούτη τη συλλογή που μοιάζει να ακουμπάει στο προηγούμενο έργο του δίνοντάς του μια άλλη διάσταση της τραγωδίας. Οικογενειακά μυστικά, κρυμμένες ζωές, επιθυμίες που πήραν στραβό δρόμο, εμμονές που δεν κρύφτηκαν, πόθοι που παραχώθηκαν. Περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα, ο Δημητρίου μάς προσφέρει ήρωες που έχουν ένα αίτημα ζωής να καταθέσουν – ακόμη και όταν δεν τολμούν ή δεν τους το επιτρέπουν οι συνθήκες να το εκθέσουν. Έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που φλέγονται από το σώμα τους και τα σώματα των άλλων. Η εκτροπή τους είναι απόλυτα σωματοποιημένη. Έχει βάθος∙ κυριολεκτικά: υπάρχει κάτω από το δέρμα τους. Κάπως έτσι οι απόλυτα ρεαλιστικοί τροπισμοί τους αποκτούν μιαν υπόσταση υπολανθάνοντος ονείρου. Πολλές φορές είναι σαν να πατούν σε δύο βάρκες. Σε ένα ασφυκτικό «εδώ» και σε ένα αιτούμενο «εκεί». Στο μεσοδιάστημα του ενός άκρου από το άλλο διαλαμβάνονται όλες οι κρίσιμες αποφάσεις, παίρνουν σάρκα και οστά οι επιθυμίες, τα άρρητα και τα α-νόητα αποκτούν υπόσταση και ζητούν δικαίωση.

Ο Δημητρίου έχει την ικανότητα να μην αλλάζει μοτίβο, ούτε και οπτική από τα θέματά του, κι όμως αυτά πάντα να κρύβουν μια ύστατη έκπληξη, ένα ξάφνιασμα αλλόκοτο. Ίσως διότι κάθε ήρωας φέρει το δικό του, απόλυτα προσωπικό άχθος και όπως το διηγείται (μέσω του συγγραφέα) προστίθεται σε όλα τα υπόλοιπα. Όλα μαζί φτιάχνουν τη συνομοταξία των παθών. Συγγραφέας του «λίγου» που όμως είναι αρκετό και του ελάσσονος που τελικά αποδεικνύεται μείζον, ο Δημητρίου με αυτή τη νέα συλλογή αποδεικνύει πως η σκοτεινιά έχει πολλά πετσιά και κάμποσα άλλα κορμιά να στίξει.  Το υλικό του είναι ανεξάντλητο κι όσο βουτάει στην ίδια στέρνα, την ανθρώπινη, τόσο θα ανασύρει μικρά κάρβουνα, μικρές ζωές και ιστορίες από τις κρύπτες της ψυχής.