Εννέα ποιήματα σαν ανάσες, σαν προσευχές, σαν αυτοδιαγνώσεις καθημερινής άπνοιας (κι όχι μόνο νυχτερινής). Η αισθαντική φωνή της ποιήτριας με έναν δισταγμό καταδύεται σε εσωτερικά τοπία ασύλληπτου Φόβου κι εναργούς απειλής. Από πού; Από πουθενά συγκεκριμένα… από το Υπερπέραν ίσως… Όχι όμως από τους άλλους, που δεν είναι για την Άννα Πετροπούλου η προσωπική της κόλαση. Βασικά ρομαντική, υπαρξιακή, νεοπλατωνική ποίηση. Ας πάρουμε μία ιδέα:

Σήματα Αγγέλων

Τα δάκτυλα αισθητήρες κινήσεων

φθάνουν και δεν αγγίζουν τους αριθμούς, τις ακτίνες έλευσης,

με άτονα νεύματα απαρτίζουν

ένα στεφάνι ψυχών.

 

Υπεροπτικά τα σήματα δεν αναγγέλλονται,

στα βήματα που διανύουν την ηχώ,

ανένταχτες ερμηνείες, λέξεις μοναχικές

στην αθωότητα που εξελίσσεται με ψήγματα καθαρότητας

αναπνέουν και χάνονται σε παραλλαγές αψυχίας.

 

Αναγγελίες προτεραιότητας αναλαμβάνουν μόνο οι άγγελοι.

Στα διαφράγματα αναμονής, κανένας ενδιάμεσος Ερμής

δεν αμαυρώνει τα φτερά του.

Σαν διασώστης της κατάδυσης σε δευτερόλεπτα περιστροφής

με ένα χαιρετισμό υπεκφυγής

μες στις πνοές του Αιόλου άφαντος ιριδίζει.

 

Αριθμημένα τα λεπτά της αναπνοής

σαν τάματα χρόνου αρχαϊκού.

Ασύλληπτα πολλαπλασιάζονται σε ένα μελλοντικό διάδρομο.

Στην αφετηρία του νυν και αεί φυγαδεύουν τις ώρες

που μεσαιωνικά ηχούν στο κενό της καταγραφής,

ξεπερνούν την ανατομία των άστρων.

Είναι φανερός εδώ ο αναπεταμός της γλώσσας (το αντίθετο του «ξεπεσμού») που παλινδρομεί ανάμεσα στο απτό (που δεν το καταφρονεί διόλου) και το ονειρώδες που δεν το μεγαλοποιεί μήτε το νοσταλγεί. Ας δούμε όμως και την αρχαιογνωστική-αρχαιολογική διάσταση της ποιητικής της:

Απάνεμος κυματισμός

Απάνεμος κυματισμός στους φωτοτροπισμούς,

παλλόμενα τα φυλλώματα ασθμαίνουν στα τοιχώματα,

οξειδωμένα στα τζάμια.

Με την ακρωτηριασμένη τάση της ανάδυσης κλαδιών

εντείνεται το υλοποιημένο χρώμα

στα νεύρα, στις γραμμές της συμμετρίας τους.

Οι σκέψεις θρυμματίζονται πάνω στις επιφάνειες.

Οι μνήμες βουβαίνουν τα ριντό, τις άπτυχες κουρτίνες.

 

Ερημική σε μια νησίδα νοερή

με ένα προφίλ καθηλωμένο σε αναλόγιο ψαλμών,

υπερυψώνεις τα φορτία στο εικονοστάσι των θυσιών,

στιγμές ανεμικές που αιωρήθηκαν στην άγνοια

και εσύ τις ικετεύεις.

 

Άυλη η στέγη με ατμούς προσευχών,

μελοποιημένων φωνών, αέναα φωνητικών

όπου σκιαγραφείται το όνειρο που δεν αλλάζει πλάνο

μες στην ανένδοτη εσωστρέφεια ενός αποκλεισμού

που τελειοποιεί τη σιωπή στα μάτια

ότι υπάρχει θείο ίσως μια αχτίδα,

αναβαπτισμένη με σταγόνες αγνότητας η έννοια του Θεού

που ασυναίσθητα διαδραματίζεται στα αφιερωματικά τοπία,

για την εξουδετέρωση του γήινου αποσταγματικού λυγμού.

Εδώ είναι σαφές πως πρόκειται για μια προ-μονοθεϊστική παγανιστική αντίληψη του κόσμου, όπου όλα τα αντικείμενα έχουν «πνοή», ένα είδος «ψυχής» παραπληρωματικής και συμπληρωματικής της ανθρώπινης κατάστασης, που δεν είναι μήτε ζηλευτή μήτε κορυφαία, πόσω μάλλον κορωνίδα της Δημιουργίας.

Χωρίς να είναι πεσιμιστικά, αυτά τα ποιήματα διαπνέονται από μια προγλωσσική αντίληψη του κόσμου και των πραγμάτων, που, σε συνδυασμό με την άψογα εκλεπτυσμένη και προσεκτικά επεξεργασμένη ιδιόλεκτο, αναδίδουν μία πρωτόγνωρη αθωότητα [αυτός δεν είναι εξάλλου ο προορισμός της ποιήσεως;] και μας ξεναγούν σε μια άλλη, μη συμβατική αντίληψη του χώρου και των πραγμάτων.

Σύνθετες λέξεις, εκτενείς προτάσεις, αναλυτική σκέψη, πυκνός λόγος, σύνταξη που παραπέμπει ενίοτε στην αττική διάλεκτο.

Θα μπορούσε να δει κανείς αυτή την ποιητική ως ζωγραφική με λέξεις. Μόνο που δεν απευθύνεται μόνο στην όραση αλλά και στις άλλες πέντε αισθήσεις, της δι-αισθήσεως προεξαρχούσης.