Αισθαντικός, με περίτεχνη γλώσσα, ο Γιώργος Μητάς («Ιστορίες του Χαλ», Κίχλη, 2011, «Το σπίτι», Κίχλη, 2014) αφηγείται στα «Δύο δώρα» μια ιστορία που κρύβει πολλά και μερικές φορές αναπάντεχα «δώρα» για τους αναγνώστες.

Ο ήρωάς του, ο Αντρέας, έχει σπουδάσει βιολογία και εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Θαλάσσιων Ερευνών (ΕΚΕΘΕ). Συμμετέχει σε ένα διεθνές συνέδριο υδροβιολόγων στην Μπανγκόκ όπου συναντά, χωρίς να το περιμένει, τη Μύρρα, συνάδελφό του, ιχθυολόγο. Η συνάντησή τους θα αναζωπυρώσει τα ερωτικά συναισθήματα του Αντρέα για την όμορφη κοπέλα. Παράλληλα με τον χρόνο του συνεδρίου (2001), ο συγγραφέας παρουσιάζει σε εμβόλιμα κεφάλαια την ιστορία του Αντρέα από την εφηβεία και το ξύπνημα της ερωτικής επιθυμίας. Ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας στα 16 και μια ερωτική απογοήτευση λίγα χρόνια μετά, θα τον οδηγήσουν στην απόφαση να υψώσει γύρω του ερωτικά «τείχη», αρκούμενος στην ικανοποίηση που του προσφέρει η κοινωνικότητα και η ενασχόληση με την επιστήμη του – μέχρι την εμφάνιση της Μύρρας. Η συνάντησή τους εκείνες τις ημέρες του συνεδρίου στην πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης θα είναι καθοριστική για τον ήρωα.

«Για  λίγο επικράτησε απόλυτη ησυχία, καθώς οι άλλοι επισκέπτες είχαν ξεμακρύνει. Τότε ο ήλιος πρόβαλε πίσω από τα σύννεφα∙ ένα αεράκι πέρασε σαν κύμα κι άπλωσε παντού τη δροσιά και τη φρεσκάδα του. Στη στιγμή, τα καμπανάκια της τύχης που κρέμονταν από τα γείσα των μνημείων ζωντάνεψαν: οι χρυσές γλώσσες τους αστραποβόλησαν στο φως, το αργυρόηχο καμπάνισμά τους γέμισε τον χώρο μ΄ έναν ευοίωνο ψίθυρο. Στο κέντρο της σκηνής, περιτριγυρισμένος από την ξαφνική  καλοσύνη, ο Αντρέας έκλεισε τα μάτια. Δάκρυα μούσκεψαν τα βλέφαρά του. Για πρώτη φορά στη ζωή του, όλα όσα επιθυμούσε έμοιαζαν εφικτά∙ οι πιο μύχιοι πόθοι του θα μπορούσαν εδώ, στην άλλη άκρη του κόσμου, να ζωντανέψουν» (σελ. 28)

Ο Μητάς αναπτύσσει το θέμα του επιδέξια και με ισορροπία, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία σελίδα. Ο Αντρέας είναι ένας ρομαντικός ήρωας που πλάθεται από τον συγγραφέα με αρκούντως αληθοφανή στοιχεία: είναι ένας λάτρης της ομορφιάς, της ζωής στην ολότητά της που παραμένει εκστατικός μπροστά στον κόσμο. Μας βοηθάει να σηκωθούμε κι εμείς λίγο πάνω από τη γη, για να δούμε λίγο πιο πέρα από την υλική πραγματικότητα. Μας ξαναφέρνει μπροστά σε αξίες, μας ταξιδεύει, μας δείχνει τον ανοικτό ορίζοντα αλλά και τον ορίζοντα της καρδιάς του ήρωά του που παραμένει κι αυτός ανοικτός, έτοιμος να δεχθεί και να δώσει ανέλπιστα «δώρα».