Ποίηση κρυπτική, ερμητικά διαφυλαγμένη στα ντουλάπια του χωρόχρονου, κωδικοποιημένη σε άγνωστη μεικτή ιδιόλεκτο με πολλά δάνεια στοιχεία και γλωσσοπλαστικές επιδόσεις που κρύβουν μιαν κάποιαν ειρωνεία και την ανάγκη του αυτοσαρκασμού για τη ματαιότητα των πραγμάτων. Η πολυδιάσπαση του Εγώ, η μηδενική αναφορά στο εμείς, παρά μόνον μέσα από τη γεωλογική αναζήτηση του Χρόνου, σε πολύ βαθιά υποστρώματα, τότε που ακόμα το ανθρώπινο είδος δεν θα υπήρχε ούτε καν ως υποψία στη διάνοια του υποθετικού Δημιουργού του. Τέτοια ερωτήματα δεν φαίνεται να απασχολούν τον ποιητή και καθηγητή Γεωλογίας Νίκο Λυμπέρη. Ουδεμία μεταφυσική. Υλισμός ενδεδυμένος το σουρεαλιστικώς παράλογον κι όταν μιλάει για το «Πνεύμα» (Atman) δεν ξέρουμε αν κυριολεκτεί ή αν ειρωνεύεται λαογραφώντας την ανθρώπινη υπαρξιακή περιπέτεια. Βαθιά πολύ-πολιτισμική η ματιά και η πολιτική του, ως ποιητής απευθύνεται σε ένα κοινό με εξαιρετικά υψηλό δείκτη νοημοσύνης, αρχιτεκτονεί και λεξι-δοτεί [ας μου συχωρεθεί ο νεολογισμός, αλλά οι παλιές λέξεις ξέφτισαν και δεν αποδίδουν τις νεόκοπες εκφάνσεις τού Άχρονου]… αρχιτεκτονεί και λεξιδοτεί λοιπόν ως χρησμολόγος και μάντης με το «σύνδρομο της Κασσάνδρας», που φαίνεται σα να έχει παραιτηθεί προ πολλού να τον πιστέψουν και να γίνει δημοφιλής. Κοσμική απόσυρση, αναζητώντας συμπαντικές αρμονίες και νομοτέλειες, καλά κρυμμένες από τους βραχύβιους εγκεφάλους μου. Από αυτή την άποψη προσεγγίζει την ποιητική και τη θεματική των προσωκρατικών φιλοσόφων κι έτσι θαρρώ πρέπει να προσεγγιστεί από τον κριτικό και τον αναγνώστη αυτή η λογοτεχνική οντότητα, η οποία προσομοιάζει μάλλον σε έναν φίλοινον επικούρειον ή σε έναν «Διογένη με φανάρι» που χρησιμοποιεί ενίοτε και προβολείς Led στο πανάκριβο τζιπ με το οποίο αναζητεί στην έρημο σημεία και σημάδια της Προϊστορίας. Νοιάζεται όμως ο ποιητής για το Ανθρώπινο Είδος ή το καταφρονεί, εμμέσως πλην σαφώς; Θέτω απλώς τα ερωτήματα χωρίς να επιχειρώ και να τα απαντήσω μονοδιάστατα, επειδή αυτή η ποιητική θολότητα και η ηθελημένη (πιστεύω) νοηματική ασάφεια ενδέχεται να είναι ένας εύσχημος τρόπος παρακάμψεως δυσαρέστων ερωτημάτων, τα οποία θα οδηγούσαν ίσως σε απαράδεκτες ή αντισυμβατικές απαντήσεις. Γενικώς ομιλώντας, ο λόγος που καταφεύγουν ορισμένοι διανοητές (από αρχαιοτάτων χρόνων) στον «σκοτεινό» χώρο της Ποίησης, είναι γιατί εκεί ένα κι ένα δεν κάνουν δύο (σχεδόν ποτέ, παρά μόνον στους μικρούς, ασήμαντους και ολίγιστους ποιητές). Η πεζογραφία, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, είναι βαθιά νοησιαρχική (ρασιοναλιστική) και στον «δυτικό» λεγόμενο πολιτισμό οδηγεί σε δήθεν επιστημονικές μεθοδολογίες, προσομοιάζοντας περισσότερο στη νεκροψία μιας ζωής (ή ενός ειδώλου της) παρά στην ποιητική περιπλάνηση στον κβαντικό χώρο όπου συναντώνται οι άλλες διαστάσεις εντός κι εκτός μας. Ειρήσθω εν παρόδω, θα έλεγα ότι από θεματολογικής και αισθητικής πλευράς η ποίηση του Νίκου Λυμπέρη χαρακτηρίζεται από έναν κάποιον «κβαντικό δισταγμό», ο οποίος αν δεν οφείλεται σε τεχνουργική έλλειψη ή σε νοητική δυστοκία, οπωσδήποτε δεν προοιωνίζει τίποτα καλόν κι ωραίον από αισθητικής πλευράς, αφού αυτή η μαυρόασπρη οπτική του Θανάτου και της τήξεως του «εγώ» εντός του δεν προμηνύει «επιστροφή στην Εστία» ή στην καβαφική Ιθάκη. Αυτός ο ιδιότυπος υλισμός με μεταφυσικά στοιχεία και γλωσσολογικές παρεκβάσεις σε συνδυασμό με έναν κάποιον ακαδημαϊκό σχολαστικισμό δημιουργεί ένα ποιητικό τοπίο απολύτως πρωτότυπο και νεοπαγές, άκρως ενδιαφέρον και μοναδικό στη μοναχικότητά του. Από αυτή την άποψη, είναι αξιομελέτητο από κάθε ερευνητή του σημερινού θολού τοπίου στο οποίο βαδίζει νυχοπεριπατώσα και νυχτοπερπατώντας η Ποίηση [που κάποτε τη γράφαμε με Πι κεφαλαίο, αλλά κάτι τέτοιο τώρα προσβάλλει τη φαινομενική νοημοσύνη κάποιων ματαιοκαμάτων φληναφηματολογούντων, που αυτοανακηρύσσονται Πάπες της Π-οιήσεως].

Ο Νίκος Λυμπέρης συνθέτει με γεω-λογικά υλικά ένα εικαστικό ποιητικό τοπίο με μηδενική εξωτερική «κίνηση» προς όφελος της εσωτερικής περιπλάνησης στα κομμάτια ενός εγώ που νοσταλγεί την επανένωσή του.