«… μια σιωπηλή τρελή ζούγκλα σε θερμοκήπιο»

«Πρόσκληση σε γάμο»

Κάρσον Μακ Κάλερς

Ο άνθρωπος ως θύμα της ιστορίας

Η πρώτη επαφή της Αυστραλιανής Anna Funder –δημοσιογράφου και δικηγόρου– με την Ανατολική Γερμανία έγινε το 1980 όταν σπούδαζε στο Δυτικό Βερολίνο. «Αναρωτιόμουν διαρκώς και έντονα τι συνέβαινε πίσω από το Τείχος», γράφει στο βιβλίο της «Stasiland». Κάποιες μέρες ταξιδιού της στην Ανατολική Γερμανία αύξησαν το ενδιαφέρον και την περιέργειά της και αποφάσισε να συλλέξει μαρτυρίες-ιστορίες  που θα αποτελούσαν εντέλει τη βάση αυτού του πρώτου της βιβλίου, για το οποίο το 2004 της απονεμήθηκε το βραβείο Samuel Johnson, το σημαντικότερο βραβείο για δοκιμιακά έργα.

Η αφήγηση ξεκινά το 1996, επτά χρόνια μετά την επανένωση της Γερμανίας, όταν το Βερολίνο εξακολουθούσε να είναι μια διαιρεμένη πόλη. Η Anna Funder εργαζόταν στην τηλεόραση του Δυτικού Βερολίνου και καθημερινά ένιωθε να κατακλύζεται από απορίες όσον αφορά το αυταρχικό καθεστώς της πρώην ΛΔΓ. Αφορμή στάθηκε ένα γράμμα που δέχτηκε από κάποιον τηλεθεατή ο οποίος τη ρωτούσε γιατί δεν μετέδιδαν ιστορίες από την πρώην ΛΔΓ. Το αφεντικό τής απάντησε ότι το παρελθόν αυτό είναι ντροπιαστικό και γι’ αυτό θα έπρεπε να ξεχαστεί.

Έτσι, η Funder αποφασίζει να ερευνήσει το παρελθόν του τυραννικού καθεστώτος της ΛΔΓ και γι’ αυτό δημοσιεύει στην εφημερίδα μια αγγελία όπου καλεί τους πρώην υπαλλήλους της Στάζι και γενικά όσους την υπηρετούσαν –τους μυστικούς καταδότες της–  και μη, να της αφηγηθούν τις ιστορίες τους. Το υλικό που συγκεντρώνει θυμίζει έντονα οδοιπορικό με στοιχεία ρεπορτάζ. Πρώην υπάλληλοι της Στάζι ανταποκρίθηκαν και ήταν πρόθυμοι να περιγράψουν με λεπτομέρειες τις περίεργες μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να παγιδεύσουν αλλά και να αφανίσουν πολλές φορές τα θύματά τους. Ανά 23 ανθρώπους αντιστοιχούσε ένας πράκτορας της Στάζι. Μικρόφωνα κρυμμένα μέσα σε λουλούδια, συγκέντρωση «δείγματος οσμής» του κάθε ανθρώπου, και διάφορα άλλα απίστευτα εργαλεία παρακολούθησης καθώς και εξόντωσης των αντιφρονούντων του καθεστώτος αναφέρονται στις ινκόγκνιτο συνεντεύξεις.

Τους ενδιαφερόμενους τους συναντά σε μπαρ, πίσω από φιμέ παράθυρα αυτοκινήτων και σε σκοτεινά δωμάτια. Προσπαθεί να ανακαλύψει πώς ήταν να ζει κανείς «στην πιο τελειοποιημένη κατάσταση παρακολούθησης όλων των εποχών». Καθοριστική υπήρξε η συνέντευξη που πήρε από τη Miriam Weber, η οποία  ως έφηβη είχε φυλακιστεί επειδή είχε προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο Τείχος του Βερολίνου. Αργότερα, όλως τυχαίως, ο άνδρας της βρέθηκε δολοφονημένος αλλά το γεγονός καταγράφηκε ως αυτοχειρία. Το θάρρος και η δύναμη της Miriam έδωσαν στη Funder το έναυσμα για την περαιτέρω έρευνα και τη συγγραφή του βιβλίου.

Φωτογραφίζονται οι προσωπικότητες των Χόνεκερ και Μίλκε (αρχηγός της Στάζι) και περιγράφεται το κλίμα που επικρατούσε στο καθεστώς. Ο φόβος, η τρομοκρατία, η μοναξιά, η καχυποψία, η δυσπιστία, η δυστυχία, η ανελευθερία, η προδοσία ήταν τα θεμέλια του ολοκληρωτικού αυτού καθεστώτος.

H Funder παίρνει συνεντεύξεις και από απλούς ανθρώπους που η ζωή τους καθορίστηκε από το γεγονός ότι θεωρήθηκαν εχθροί του κράτους. Αφηγείται την ιστορία της Γιούλια η οποία διέμενε στη ΛΔΓ και έτυχε να αλληλογραφεί με έναν Ιταλό και αναφέρεται σε μια τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον φίλο της: « Μόλις έκλεινα, έλεγα καληνύχτα σ’ αυτόν και έπειτα έλεγα “Καληνύχτα σε όλους”, για τους άλλους που άκουγαν στη γραμμή» (σελ. 124). Συνεχίζει λέγοντας: «Αν ήθελες να διατηρήσεις την πνευματική σου υγεία, έπρεπε να αποδέχεσαι και ταυτόχρονα να αγνοείς “τη λογική της ΛΓΔ”» (σελ. 125). Και τονίζει: «Αν παίρναμε τα πράγματα τόσο σοβαρά όσο νόμιζε ο κόσμος στη Δύση, θα αυτοκτονούσαμε όλοι!» (σελ.125).

Τα πορτρέτα της Funder φωτίζουν το παρανοϊκό καθεστώς της τότε Ανατολικής Γερμανίας. Το βιβλίο Stasiland –αρκετά περιγραφικό– είναι μια καταγραφή μαρτυριών που διήρκεσε τέσσερα συναπτά έτη με σκοπό να φωτίσει το σκοτεινό αυτό παρελθόν και να προβληματίσει τους αναγνώστες –όχι όμως να τους διδάξει–, βάζοντάς τους μπροστά στο παρακάτω δίλημμα: ζώντας σε ένα απολυταρχικό καθεστώς θα επέλεγαν να γίνουν πληροφοριοδότες εναντίον των φίλων τους ή να απολέσουν διά παντός την οικογένειά τους; Τέτοια διλήμματα προβάλλονται και μέσα από την ταινία «Οι ζωές των άλλων» που κι αυτή διαδραματίζεται στην πρώην Ανατολική Γερμανία.