Το «Σμαρώ, από τον Βόσπορο στον Σηκουάνα» είναι το τέταρτο μυθιστόρημα της Δέσποινας Χατζή. Πολυπρόσωπο και πιο σύνθετο από τα προηγούμενά της, αυτή τη φορά μας ταξιδεύει στην κοσμοπολίτικη Κωνσταντινούπολη και στο Παρίσι –«Συμβολικοί εραστές ενός ελεύθερου κόσμου… Το Παρίσι και η Πόλη», όπως μονολογεί ένας από τους ήρωές της– με χαρακτήρες που μετεωρίζονται ανάμεσα στα πάθη και τις επιλογές τους, τα συναισθήματα και τις αναμνήσεις, όσα θέλουν από τη ζωή και όσα η ζωή θα τους δώσει.

Κωνσταντινούπολη, καλοκαίρι του 1953. Η Σμαρώ, μια νεαρή Ζαππίδα, μοναχοκόρη του εμπόρου Ιάκωβου Παπάζογλου, βρίσκει πολύ περισσότερα από μια εκπαιδευτική καθοδήγηση στο πρόσωπο του καθηγητή Κωνσταντίνου Βαΐτση. Αλλά κι εκείνος, ψηλός, μελαχρινός, κιμπάρης, γοητεύεται από τη χαριτωμένη και ανικανοποίητη μαθητευόμενή του. Όμως η ζωή του δεν είναι τόσο απλή, κάτι τον σπρώχνει στο Παρίσι, εκεί όπου τα επαναστατικά κινήματα της εποχής θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο. Στο μεταξύ, τα Σεπτεμβριανά του ’55 θα ανατρέψουν τις ζωές των Ελλήνων στην Πόλη. Τα αρχοντικά, τις βεγγέρες, τις βόλτες στα χαμάμ και τις διακοπές στα Πριγκιποννήσια θα  διαδεχθούν οι διώξεις και ο ξεριζωμός. Σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, ο Μηνάς Βογιατζόγλου θα βρεθεί στο Παρίσι για ένα συνέδριο καρδιολογίας. Παγιδευμένος σε έναν προβληματικό γάμο, ο Μηνάς θα προσπαθήσει να ξεδιαλύνει την ιστορία της μητέρας του –γιατί τους εγκατέλειψε κι έφυγε όταν ήταν ακόμη μικρός, γιατί πήγε στο Παρίσι λίγο αφότου εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα– και να θεραπεύσει το τραύμα που του έχει αφήσει αυτή η ανεξήγητη φυγή.

Η «Σμαρώ» είναι ένα μυθιστόρημα που κατορθώνει να δεσμεύσει την προσοχή του αναγνώστη. Η ομαλή και ρέουσα αφήγηση, η επαρκής σκιαγράφηση των χαρακτήρων, η πολύ καλή αποτύπωση της ζωής στην Πόλη τη δεκαετία του ’50, αλλά και το μυστήριο που καλύπτει τη μελλοντική μοίρα της Σμαρώς –κάτι που η συγγραφέας ξεδιπλώνει με δεξιοτεχνία, σταδιακά, μέσα από τις έρευνες του γιου της– συγκαταλέγονται στα βασικά προτερήματα του βιβλίου, τα οποία και πετυχαίνουν να μας παρασύρουν στο γύρισμα των σελίδων, στο να θέλουμε να μάθουμε τι θα γίνει στη συνέχεια. Εν ολίγοις, η Δέσποινα Χατζή καταφέρνει να μας κρατήσει μια καλή συντροφιά καθώς μας αφηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία.