Το βιβλίο -ο συγγραφέας είναι ψυχίατρος-ψυχαναλυτής-, είναι μια συλλογή κειμένων που εξετάζουν τη σύνδεση  πραγματικότητας, αφήγησης και ιδεολογίας,  σε σχέση με την παρατηρούμενη σήμερα ευκολία να ζούμε στην «επιφάνεια» των πραγμάτων. Σαν φαντάσματα διαπερνούμε ο ένας τον άλλο χωρίς να συναντιόμαστε, εμφανίζοντας διάφορες παθολογίες που αντανακλώνται στην κοινωνική ζωή και στους θεσμούς. Οι άνθρωποι σήμερα δεν επιδιώκουν πραγματικές σχέσεις, συσσωματώσεις, ομάδες αλληλεγγύης, κοινωνική προστασία, αποδοχή του διαφορετικού. Επιθυμούν τον εύκολο δρόμο και σκοτώνουν ό,τι δεν καταλαβαίνουν διακόπτοντας την απόπειρα να σχετιστούν, επιβάλλοντας την παντοδύναμη πρωταρχική επιθυμία να ενωθούν με το πρωταρχικό «αντικείμενο», τη μητέρα ή το γονεϊκό ζευγάρι.

Η συλλογή ξεκινά με την εισαγωγή, με τον χαρακτηριστικό τίτλο  «Η μητέρα περιβάλλον» και ακολουθούν πέντε κεφάλαια και επίλογος. Δύο από αυτά είναι σχολιασμός στα δύο διάσημα κείμενα  «Ο Ξένος»  του Καμύ και «Το Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι. Στο πρώτο εξηγείται η δυσανεξία του σημερινού υποκειμένου στην έκθεση της διαφοράς, δηλ  στο ξένο, και η κατάληξή της στον βάρβαρο φόνο και στην εξάλειψη της διαφοράς.

Στο δεύτερο εξετάζεται ο λαβύρινθος των προβολών, των σκέψεων, της ψυχικής οδύνης και της αφήγησης που θα επιτρέψει τελικά στον ήρωα την προσπάθεια  να συναντηθεί με τον εαυτό του εν αντιθέσει με τον «Ξένο». Ο συγγραφέας προβάλλει την ιδέα ότι στην πολυφωνία του αφηγητή στο «Υπόγειο», λανθάνουν οι ψυχικές διεργασίες που προσπαθούν να ολοκληρωθούν και να ολοκληρώσουν το υποκείμενο, βγάζοντάς το από την απομόνωσή του. Σαν άλλος Οιδίποδας, ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι οδεύει  στο να πληροφορηθεί την ταυτότητά του ακόμα κι αν αυτό θα είναι τραγικό.

‘Όλες οι αφηγήσεις, υποστηρίζει ο συγγραφέας, τείνουν στην ανακάλυψη μιας αλήθειας όχι πραγματικής αλλά «ιστορικοποιούσας», που ιστορικοποιώντας το «απωθημένο» εργάζεται για την οικοδόμηση του χώρου της ομάδας, του κοινωνικού χώρου τελικά. Η παράλειψη αυτής της εργασίας οδηγεί σ’ έναν ναρκισσισμό που αρνείται την εξωτερική πραγματικότητα, καταργεί το πλαίσιο αναφοράς, «τίποτα δεν υπάρχει».

Πού είμαστε τελικά όταν ζούμε μια εμπειρία σήμερα; Ο συγγραφέας περιγράφει πολύ καλά το παράδειγμα του πρωταγωνιστή της ταινίας του Αντονιόνι “Blowup”.  Η εμπειρία μας μετατρέπεται σε θραύσματα εικόνων, σαν τις φωτογραφίες και τις ερημικές μετακινήσεις του φωτογράφου πρωταγωνιστή.

Ποιος είναι στο παρόν ο δημόσιος άνθρωπος; Μέσα από μια ιδεολογία χαοτικού πλουραλισμού οι διαφορές καταργούνται, όχι όμως λόγω της αναγνώρισης του δικαιώματος να υπάρχουν, αλλά μέσω της απομόνωσης. Η κοινωνία από μητέρα περιβάλλον γίνεται «μια μητέρα νιανιά». Φοβάται να επιτρέψει στα παιδιά της να νιώσουν «το τραύμα», να το εσωτερικεύσουν, να το συμβολοποιήσουν και να το εκφράσουν τελικά σαν λύση.

Το βιβλίο περιέχει αρκετές αναφορές σε ψυχαναλυτικές έννοιες και ψυχικές διεργασίες που δεν διευκολύνουν τον απλό αναγνώστη, ωστόσο παραμένει  ξεκάθαρο στα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει σε σχέση με την ανωριμότητα του σύγχρονου ανθρώπου και τις συνέπειές της στους κοινωνικούς δεσμούς. Συστήνουμε  διοικητικές επιτροπές και λαμβάνουμε μέτρα», εκεί που θα έπρεπε να λειτουργήσει ο στοχασμός, η συνευθύνη, η ενσυναίσθηση, η δημιουργικότητα.

«Η ελευθερία μιας κοινότητας δημιουργείται  από την ένταση ανάμεσα στην οργάνωση των κανόνων και την ελευθερία των κινήσεων των πρωτόγονων στοιχείων της». Το πλαίσιο λοιπόν είναι αναγκαίο για να αφήσεις ελεύθερη τη φαντασία χωρίς το φόβο καταστροφής, αντίθετα με την αποδοχή της δημιουργικότητας. Απαραίτητη προϋπόθεση γι αυτό, η ύπαρξη νοήματος.