Μία μεγάλη σταρ έφυγε από κοντά μας. Μοντέλο μεγάλων ζωγράφων, εικαστικός κι η ίδια, όχι μόνον του πινέλου αλλά και της γραφής. Ποιήματα και διηγήματα η συνεπτυγμένη και συμπεπυκνωμένη παραγωγή της, κομψή όπως η ίδια. Φιλόγατος και ζωόφιλος, αλλά όχι και φιλάνθρωπος απαραιτήτως, αφού ο συγχρωτισμός της με ανθρώπους της Τέχνης την έφερε τόσο βαθιά στην ανθρώπινη κατάσταση που πνίγηκε σε μια στάλα καθαρό ουίσκι. Συγγνώμη που αρχίζω τόσο ετερόδοξα αυτόν τον επικήδειο, αλλά έχω μάθει με τα χρόνια να μιλάω από την καρδιά μου κι η πολλή θεωρία έπεται… Εξάλλου, τι σημασία έχουν όλ’ αυτά αν δεν μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους. Θυμάμαι, σε μια ραδιοφωνική εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος, είπα στον Γιώργο Χρονά πως χάρη στον συχωρεμένο τον γάτο μου, τον Κούνη, έμαθα να αγαπώ. Η Ραλλού λοιπόν μου τηλεφώνησε αμέσως, εκεί στην ορεινή Εύβοια που εμόναζα ατενίζοντας τα βράχια τα θαλασσινά και τη μανία του κυμάτου και με συνεχάρη για αυτή την ειλικρινή μετροέπειά μου. Εκτίμησα ιδιαίτερα τη γενναιοφροσύνη της αυτή, δεδομένου ότι δεν είμαστε αυτό που λένε «φίλοι» και πολλές φορές ήταν ιδιαίτερα αυστηρή έως απαξιωτική μαζί μου.

Οφείλω λοιπόν τώρα που το αγκάθι του Χρόνου ξέθαψε κάτω από την πέτρα της μνήμης τον αρχαίο πόνο να σκύψω πάνω από τούτα τα στερνά γραπτά της που τελειώνουν με έναν «Επίλογο» (σελ. 63):

Εμένα δεν με παίξανε στα ζάρια.

Ούτε σαράντα ούτε πενήντα ούτε ένα παλληκάρι.

Κι ας λέγομαι Ραλλού.

Πρόφθασε και το έκανε ο πατέρας μου.

Όχι στα ζάρια –ήτο εστέτ και φίνος – .

Στα χαρτιά με έπαιξε, στην πόκα…

Και με έδωσε στα ρέστα.

Αυτή η ωμή αυτοβιογραφική νότα για όσους την ήξεραν ήταν η πληγή αλλά και το μεγαλείο της ζωής της. Αν δεν υπερβούμε τα πάθη και τα λάθη των άλλων που έχουν επιπτώσεις στο άτομό μας, τότε τι ποιητές είμαστε, αν δεν μπορούμε να περάσουμε μέσα από τη «Συγγνώμη» στην άφεση…

Η βαθιά ενσυναίσθηση είναι το κύριο χαρακτηριστικό τούτης της ποίησης κι η ομιλούσα φωνή αίρεται πάνω από αστοχίες και μνησικακίες, αναχαράζοντας την πανάρχαια αιτία όλων, νυχοπατώντας πάνω στην Ύβριν που προκάλεσε αυτόν τον κραδασμό που γέννησε το Σύμπαν, τουλάχιστον από τη δική μας γωνιά που το βλέπουμε.

Ο ποιητικός κόσμος της Ραλλούς Γιαννουσοπούλου είναι σαν τα ψεύτικα διαμάντια των πτωχευμένων βυζαντινών αυτοκρατόρων λίγο πριν παραδώσουν τα πάντα στους βαρβάρους. Πρόκειται για έναν γαλαξία μεταμορφωτικό. Τα κινηματογραφικά είδωλα της έβδομης Τέχνης μεταπλάθονται μαζί με γατιά, αδέσποτα ως επί το πλείστον και ουδέποτε πιστά, άτινα όμως ομοιάζουσιν τη αρχαία αιγυπτιακή θεότητι Καθώρ…

Το ζητούμενο του Έρωτα γίνεται προκατάληψη υπέρ της προδοσίας, που είναι τόσο δεδομένη όσο και η αστάθεια των ανθρωπίνων, γενικώς.

Ποίηση πεζογραφική, πεζογραφία ποιητική, εικονοπλαστική αλλά και εικονοκλαστική. Η ειρωνεία εμποδίζει την ποιήτρια να γίνει μελό, όσο κι αν είναι υγρή τόσο η φωνή όσο και η γραφή της.

Υπομένει τα πάντα, αντέχει τα μαρτύρια του Τάνταλου, του Προμηθέα, χωρίς καμία ενοχή, αφού η υπέρβασις του μέτρου δεν ήταν δική της αλλά των προπατόρων της. Την υφίσταται στωικά, όχι ως αμάρτημα αλλά ως ευλογία. Και μιλάει, όπως άλλοι ξύνουν ξύλα που ξέβρασε η θάλασσα ή ακονίζουν τα νύχια τους πάνω στην πέτρα.

Δεν είναι αυτοσκοπός η ποίησή της, δεν γυρεύει δάφνες, δεν διακατέχεται η ίδια από τη συνήθη ματαιοδοξία των ομοτέχνων της. Είναι μακράν η καλύτερη και πολύ μακριά απ’ όλα αυτά, σαν να οικτίρει όλους εμάς για την αργόσχολη μανία μας, σαν να λέει πως «βρήκαμε μαλλί να ξάνουμε» αντί να καλλιεργούμε τους αγρούς απ’ όπου κατάγεται. Τον θεσσαλικό κάμπο τον κουβαλάει εντός της, διαφανή, σαν καλά κρυμμένο μυστικό κι είναι ευτυχισμένη που ζει στην πόλη, είναι αστή. Η Αθήνα τελειώνει γι’ αυτήν στο Κολωνάκι, στο μικρό εκείνο χωριό γύρω από τον Λυκαβηττό, όπου συνωστίζονται καλά μυαλά μαζί με σαπισμένα ταλέντα…

Ήταν και η ίδια παρακμιακή, μεταιχμιακή σαν την Κατερίνα Γώγου. Τώρα κάνουν παρέα στη βιτρίνα της εξαρχιώτικης Bibliothèque και περνάνε καλά οι δυο τους, με τον Νικόλα Άσιμο και τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη, την Πολυδούρη και τον Λαπαθιώτη, μαζί με όλους τους ναυαγισμένους που ξέχασαν να ισιώσουν και λησμόνησαν πώς να είναι «κανονικοί».

Η Ραλλού Γιαννουσοπούλου ήταν ποιητική περσόνα, μυθιστορηματικό πρόσωπο κι η ζωή της η ίδια μπορεί να μην έγινε έργο πασιφανές στην Ανθρωπότητα, είναι όμως εκεί και κερδίζει τη δική του μάχη με τον Χρόνο. Ανακαλύψτε το.

Ραλλού Γιαννουσοπούλου: η σειρήνα του αβίωτου έρωτα, του ανεκδιήγητου πόθου, της ανώδυνης μετάβασης στη λησμονιά, που δεν είναι όμως –σε καμία των περιπτώσεων –ταυτόσημη με τη Λήθη. Θα σε θυμόμαστε πάντα με… (ας προσθέσει ο κάθε αναγνώστης ό,τι του ταιριάζει).

Εκείνη τουλάχιστον έγραφε με καρδιά και δεν ακροβατούσε πάνω σε αποξηραμένες λέξεις.