Η βιογραφία της «μετα–ζωής»

Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο. Ο Ζαν Κοκτό, σε μια ιδιότυπη κατάβασή του στο οντολογικό πεπερασμένο, αποφαίνεται: «Ο θάνατος περπατάει πάνω μου από την πρώτη ημέρα της γέννησής μου και δεν βιάζεται καθόλου». Στην περίπτωση του Κρίστοφερ Χίτσενς, ο θηρευτής ήρθε με καθηλωτική βία, μέχρι το σημείο του πλήρους αφανισμού.

Χτυπημένος από τον καρκίνο, ο Αγγλοαμερικανός συγγραφέας και αρθρογράφος άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο του Χιούστον (ήταν μόλις 62 ετών), τον Δεκέμβριο του 2011.

Η 11μηνη πάλη του με την επάρατη νόσο (αν και ο ίδιος σημειώνει «δεν πολεμάω τον καρκίνο, εκείνος με πολεμάει») αποτυπώνεται με τρόπο εύγλωττο, ευθαρσή έως και στωικά παιγνιώδη από τον Χίτσενς.

Το «Πριν το τέλος» δεν επέχει θέση βιογραφίας (έχει προηγηθεί το διαυγές και ευπώλητο “Hitch-22” από τις ίδιες εκδόσεις) ούτε μαρτυρολογίου. Άλλωστε ο αθεϊστής και ορθοτόμος Χίτσενς πόρρω απέχει από το να χαρακτηρίσει εαυτόν μάρτυρα. Ακόμα και στις ύστατες στιγμές του βίου του.

Πρόκειται για μια αδρή καταγραφή της ραγδαίας μεταστροφής της ζωής του, του σώματός του («δεν έχω σώμα, είμαι σώμα»), της ανθρώπινης ιδιοσυστασίας του – αλλαγές που επιφέρει η μετοίκησή του στην γκρίζα περιοχή της «Ογκούπολης» (φιλοπαίγμων ορισμός του καρκίνου από τον ίδιο).

Ο Χίτσενς δεν καταγράφει μόνο ιατρικές γνωματεύσεις και προσωπικά ιστορικά της περιδιάβασής του από νοσοκομείο σε νοσοκομείο. Κυρίως αρνείται πεισματικά να πέσει στην παγίδα του αυτοοικτιρμού, στοιχείο που εύκολα μπορεί να διαγνωστεί ως χαρακτηριστικό του μελλοθάνατου. Για τέτοιος ήταν ο Χίτσενς εκείνο το μακρύ, δύσκολο διάστημα.

Με τρόπο ευθύβολο προσπαθεί να ψηλαφίσει αυτή τη νέα πραγματικότητα μέσω μιας διαδικασίας αναθεωρήσεων και μελέτης της ανθρώπινης περίπτωσης, όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με καταστάσεις οριακές. Αίφνης το νιτσεϊκό «ό,τι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό», που για χρόνια αποτελούσε για τον Χίτσενς διακηρυγμένη αρχή, μοιάζει έωλο και άνευ σημασίας.

Φευ, παλεύοντας με το επικείμενο τέλος του δεν παραιτείται από τις ιδεολογικές του σταθερές. Μιλάει για το ρόλο της θρησκείας με διάπυρη φωνή, κατακεραυνώνει τους θλιμμένους που με τρόπο άκομψο προσπαθούν να του απαλύνουν τον πόνο. Διατρανώνει τις εκρήξεις χαράς και διαύγειας που «εφευρίσκει» κατά τη διάρκεια των χημειοθεραπειών του. Θρηνεί για τη φωνή του που εξαφανίζεται, για τα χέρια του που δεν τον ακολουθούν πάντα. Επιδιώκει να κρατήσει μια τελευταία γραμμή άμυνας με αντίπαλο τη φθορά. Οι προσπάθειές του είναι τιτάνιες τόσο για να μπορέσει να αναπνεύσει ή να τραφεί (έστω και στοιχειωδώς), όσο και για να διατηρήσει ένα ελάχιστο επίπεδο ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Το «Πριν το τέλος» είναι το χρονικό ενός ανήσυχου πνεύματος που δεν επιθυμεί να καταθέσει τα πνευματικά όπλα του ακόμα και μπροστά στον πιο ύπουλο και απηνή εχθρό, τον καρκίνο.

Το προλογικό σημείωμα του βιβλίου ανήκει στον επί χρόνια διευθυντή του στο “Vanity Fair”, ενώ ο επίλογος γράφεται από τη δεύτερη γυναίκα του, Κάρολ Μπλου. Ένα κείμενο αναμνηστικό μεν, ελάχιστα «θανατολογικό» δε.

Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά διατηρεί όλους τους χυμούς της γραφίδας του Χίτσενς. Ακόμα και σε αυτό το κείμενο, που είναι έντονα χρωματισμένο από το… μελάνι της αρρώστιας, δεν εξαφανίζεται το συγκρουσιακό, έντονα περιπαιχτικό ύφος του.