Η Μελίτα, ένα μπαλόνι, πετάει στον ουρανό ψάχνοντας μια χώρα που ονειρεύτηκε, μια χώρα όπου κανείς δεν κρατάει τα μπαλόνια με κορδόνι και όπου πετούν λεύτερα… Μια χώρα που τη λένε, τάχα, Μπαλάι… Μια αλληγορική μικρή ιστορία που δείχνει πώς η πραγματικότητα μπορεί να γίνει έτσι όπως την ονειρεύεσαι, πως ανάμεσα στην πραγματικότητα και στο όνειρο δεν υπάρχει απόσταση παρά μόνο εσύ. Κείμενο σε λιτή γραφή που στο διάλογο αποκτάει μερικές φορές ρίμα. Η συγγραφέας χειρίζεται το πρωτότυπο θέμα της με περισσή τρυφερότητα και προσγειώνει το μικρό αναγνώστη με λεπτότητα κι ευαισθησία – ακριβώς όπως και το μπαλόνι της τη Μελίτα. Οι εικόνες συνοδεύουν λειτουργικά και ονειρικά όπως θα έπρεπε το κείμενο. Μόνο που όσο και να έψαξα δε βρήκα πουθενά το όνομα του/της εικονογράφου.

«Κάποτε έφτασε σε ένα μέρος πολύ διαφορετικό από όσα είχε δει, όμορφο και παράξενο, όπου ζούσαν μπαλόνια με γαλάζια παντελόνια. Η Μελίτα αναρωτήθηκε μήπως είχε βρει το Μπαλάι. — Γεια σου, μπαλονάκι, με το μπλε μπαλονάκι. Μήπως ξέρεις να μου πεις πού είναι το Μπαλάι; — Το Μπαλάι; Δεν το ξέρω, μα στ’ αλήθεια δε με νοιάζει, γιατί ζω σε μία χώρα που καμιά της δεν της μοιάζει! — Μα ποια χώρα είναι αυτή; —Είναι η χώρα που μπαλόνια φορούν γαλάζια παντελόνια! Σε αυτό εδώ τον τόπο κανείς δε δούλεψε με κόπο. Εδώ ξαπλώνουμε όλη μέρα και οι έννοιες κάνουν πέρα! — Δηλαδή τι; Ξαπλώνετε και δεν κάνετε τίποτε; — Ακριβώς, και είναι ωραία! Έλα να κάνουμε παρέα και αν γίνεις μπαλονάκι μ’ ένα μπλε παντελονάκι! Η μικρή Μελίτα σκέφτηκε για λίγο και ύστερα είπε: — Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να μείνω σε μια χώρα που δεν κάνεις τίποτα όλη μέρα.» (σελ.20-23)