Μία οικογένεια και μία χώρα

Με δύο βραβεία έχει τιμηθεί το «Πού ήσασταν όλοι» του  Ιταλού Paolo di Paolo (γεν. 1983), ο οποίος άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνία από τα είκοσί του χρόνια, ενώ παράλληλα έχει ασχοληθεί και με την τηλεόραση και το θέατρο.

Πρωταγωνιστές του «Πού ήσασταν όλοι» είναι η οικογένεια Τραμοντάνα. Ο πατέρας, καθηγητής στο επάγγελμα, μόλις έχει βγει στη σύνταξη, όταν μία μέρα περνώντας από το παλιό του σχολείο παρασύρει με το αμάξι του τον πιο άτακτο μαθητή της τάξης που είχε αναλάβει. Η μητέρα, που έχει αφιερώσει τη ζωή της στη φροντίδα της οικογένειας, αποφασίζει πως ήρθε η ώρα να απομακρυνθεί από όλους και να ταξιδέψει. Η κόρη βρίσκεται διχασμένη ανάμεσα στην οικογένειά της και τα αισθήματά της για το νεαρό που παρέσυρε ο πατέρας της. Τέλος, ο γιος προσπαθεί να διατηρήσει τις ισορροπίες σε μια οικογένεια που καταρρέει, ενώ παράλληλα προσπαθεί να ολοκληρώσει τις σπουδές του στην Ιστορία διαλέγοντας ένα θέμα που κανένας δεν δέχεται να εποπτεύσει, την πολιτική του Μπερλουσκόνι.

Σε δύο επίπεδα κινείται το μυθιστόρημα του Ιταλού συγγραφέα. Αρχικά υπάρχει η ιστορία της οικογένειας Τραμοντάνα, η οποία αντί να συσπειρωθεί και να αντιμετωπίσει το ατύχημα του πατέρα, διαλύεται και σκορπίζεται. Αμφιβολίες, προβληματισμοί και δύσκολες αποφάσεις τούς εμποδίζουν να επικοινωνήσουν ουσιαστικά. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ωστόσο, το μυθιστόρημα είναι πολιτικό. Είναι η ομολογία μιας γενιάς που μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε στα χρόνια του Μπερλουσκόνι, μια γενιά χαμένη, χωρίς ουσιαστικό όραμα, χωρίς αξιόλογες προσδοκίες για ένα διαφορετικό –καλύτερο ή χειρότερο δεν έχει σημασία– μέλλον. Ο αφηγητής Ίταλο, ο γιος της οικογένειας Τραμοντάνα, τονίζει το πώς ολόκληρη η ζωή του έχει εξελιχθεί μέσα από τις κυβερνήσεις Μπερλουσκόνι: οι πρώτες του εξετάσεις, ο πρώτος του έρωτας, το πρώτο του φιλί. Καμία αλλαγή, καμία εξέλιξη. Μόνο μία στασιμότητα κοινωνική και πολιτική που κρατάει το ίδιο το άτομο αιχμάλωτο στο ίδιο σημείο. Δεν απορεί κανείς που ο Ίταλο επιθυμεί στην εργασία του να μελετήσει τον μπερλουσκονισμό. Είναι η μόνη ιστορία που γνωρίζει.

Ο συγγραφέας καταγράφει τη σύγχρονη Ιταλία: χαμένη, απογοητευμένη, σε σύγχυση. Δεν κατηγορεί, δεν προσπαθεί να ρίξει ευθύνες σε κάποιον. Απλά εκφράζει ένα παράπονο, μια ευχή για αλλαγή, για μια νέα κατάσταση. Και το κλείσιμο του μυθιστορήματος, με τη χιονισμένη Ρώμη, λευκή και όμορφη, προσφέρει μία αισιόδοξη νότα, ότι κάτι μπορεί να αλλάξει.