Επιστρέφω επιλεκτικά από καιρού εις καιρόν σε αυτόν τον πλούσιο συγκεντρωτικό τόμο της μέχρι το 2010 τεσσαρακονταετούς ποιητικής εντρυφήσεως του άξιου λογοτέχνη Γιώργου Χ. Θεοχάρη. Κάθε φορά επιλέγω μια ενότητα. Σήμερα από την ποιητική του συλλογή «Από μνήμης» (που εκδόθηκε το 2010) διαλέγω τα «μνημόσυνα» (ποιος ξέρει γιατί – ομοιοπαθητική της μνήμης ή πρόγευση του αμέσου μέλλοντος;).

Ας ξεκινήσουμε από το ξεκάθαρων προθέσεων και διαθέσεων motto:

Γράφουμε ποιήματα,

Βότσαλα μνήμης ρίχνουμε

Στον σιωπηλό βυθό

Του χρόνου

Τόσο απλά και ξεκάθαρα. Διανοουμενίστικες φιοριτούρες δεν εμφιλοχωρούν στο ποιητικό περιβόλι που καλλιεργεί εδώ και πέντε δεκαετίες ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης. Με σεβασμό και προσήλωση, σαν να πρόκειται για γέρικες ελιές. Προσκυνάει το υλικό του και σέβεται τον αναγνώστη. Μα πάνω απ’ όλα σέβεται τον εαυτό του και ομιλεί μετά λόγου γνώσεως κι έχοντας γνώσιν των ορίων και των φυλάκων που ανάβουν φρυκτωρίες προκειμένου να μας προειδοποιήσουν να μην περάσουμε το φοβερό κατώφλι.

Το είδωλο του Θανάτου και το φάσμα του πεθαμένου πατρός στοιχειώνει τις σελίδες αυτής της ποιητικής ενότητας, αλλά όχι με σαιξπηρικούς δραματικούς τόνους μήτε με μελοδραματικές κορώνες. Ο ποιητής πεζολογεί καταφεύγοντας σε προσομοιώσεις-παραβολές αφού η αλήθεια είναι σκληρή για το ανθρώπινο αυτί και δεν κατεβαίνει εύκολα στον ουρανίσκο. Το «ανάλογον» είναι πάντα πρόσφορο για τον ποιητή όπως και η συνεκδοχή είναι το εργαλείο του μελετητή προκειμένου να συντονιστεί με τους αδήριτους συμπαντικούς νόμους Τύχης και Αναγκαιότητος (στην οποία υπακούουν ακόμα κι οι θνητοί).

Συμβιβασμένος με την ιδέα του Θανάτου ο ποιητής Γιώργος Χ. Θεοχάρης σε αυτή την προσφάτως εκδοθείσα συλλογή του ανιχνεύει τα όρια ορθολογισμού και μεταφυσικής, ελπίδας και θλίψεως, μελαγχολίας και χαρμολύπης με την επικούρεια μέθοδο του πλαγίως φιλοσοφείν κι ευθέως απολαμβάνειν. Όχι, δεν είναι γι’ αυτόν η σωκρατική μαιευτική μέθοδος και τα σκοτάδια του μοντερνισμού δεν φαίνεται να του λένε τίποτα. Εξάλλου, οι «νεωτερισμοί» στα χωριά της ελληνικής επαρχίας συνείρουν λουλουδάτα υφάσματα για καναπέδες, κουρτίνες και συνολάκια που φιλοτεχνούν οι συνοικιακές μοδίστρες ξεπατικώνοντάς τα από φασόν που κάποτε (μισόν αιώνα πριν) προμήθευαν αφειδώς τα σχετικά ειδικά περιοδικά μόδας. Επομένως οι νεωτερισμοί για έναν υγιώς σκεπτόμενο άνθρωπο της Μεσογείου που διατηρεί αλώβητο τον ομφάλιο λώρο του με τη Μάννα Γαία δε σημαίνουν τίποτα σημαντικό εκτός από μιαν ακόμα επιτήδευσιν σοφολογιωτάτων τινών και δήθεν…

Ο ποιητής μας είναι αυθεντικός. Λιτός και δωρικός. Και πώς να πας φορτωμένος με λογοτεχνικά μαλάματα και στολίδια όταν αποφασίζεις να κονταροχτυπηθείς λογοτεχνικώς με τον Θάνατο; Εκεί, στα «μαρμαρένια αλώνια» τέτοιες φτήνιες καταντούν γελοίες και πανηγυριώτικες. Ας θυμηθούμε τον «Μισάνθρωπο» του Μολιέρου, πώς εκθειάζει τις απλές, λαϊκές ποιητικές εκφάνσεις όταν ξεχειλίζουν ανεμπόδιστα μέσα από την καρδιά!

Από το συλλογικό Θυμητικό κι από την ατομική Μνήμη αντλεί τις ποιητικές του θύμησες ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης, χωρίς νοσταλγία για εκείνο που πέρασε, χωρίς αγωνία για το άλλο που θα έρθει, χωρίς φόβο γι’ αυτό που μας βρήκε και το βιώνουμε τώρα εκόντες άκοντες αλλά με τη σιγαλιά στη φωνή ενός που δεν ξεπούλησε την ψυχή του κυνηγώντας φρούδα οράματα.

Η καθαρότητα στη γραφή του ανεπιτήδευτου Γιώργου Χ. Θεοχάρη προδίδει πλούσιο εσωτερικό κόσμο. Κι αυτός είναι ο πλούτος ο αληθινός του γνήσιου ποιητή που δεν είναι υπερ-τιμημένος.

Με την πρώτη του ποιητική συλλογή «Πτωχόν Μετάλλευμα» (1990) ο ποιητής Γιώργος Χ. Θεοχάρης μάς ξενάγησε στον Έρωτα, τον γήινο και τον ηδονικό. Με την τέταρτη ολοκληρωμένη ποιητική του εμφάνιση «Από μνήμης» (2010) ιχνηλατεί τον Θάνατο. Άξιος ο μισθός κι έπιασε τόπο, ρίζωσε, βλάστησε κι άνθισε ο κόπος του. Τώρα θα δει τα άνθη να τον στεφανώνουν!