Σημασία έχει ν’ αγαπάς

Η τέχνη είναι ένας καθρέφτης,

όπου βλέπεις την ψυχή σου.

G. B. Shaw

Καυστική σάτιρα για τον ξεπεσμό της σύγχρονης τέχνης (τη λέξη ξεπεσμός την χρησιμοποιώ εντελώς συνειδητά), φιλοσοφική αναζήτηση της έννοιας του ”ωραίου”, ανθρώπινο δράμα που καυτηριάζει τις απάνθρωπες κοινωνικές δομές και τις εξουσιαστικές σχέσεις: όλα τα παραπάνω είναι ταυτόχρονα το απολαυστικό αφήγημα ”Όταν ήμουν έργο τέχνης”, του Γάλλου εικαστικού λογοτέχνη, Ερίκ-Εμανουέλ Σμιτ.

Ένας νέος άνδρας, απελπισμένος από την αδιάφορη εμφάνισή του και την αφάνεια στην οποία πιστεύει ότι είναι καταδικασμένος, αποφασίζει ν’ αυτοκτονήσει. Ως από μηχανής θεός εμφανίζεται ο εκκεντρικός εκατομμυριούχος και διάσημος καλλιτέχνης Ζευς- Πέτερ Λάμα και του προτείνει ν’ αρνηθεί την ανθρώπινη υπόστασή του, ώστε να μετατραπεί σε ζωντανό γλυπτό, πλασμένο εκ νέου μέσα από μια σειρά εγχειρήσεων. Το καλλιτεχνικό πείραμα είναι επιτυχές κι ο νεαρός γίνεται παγκοσμίως γνωστός ως το αριστούργημα του Λάμα: τον περιφέρουν από έκθεση σε έκθεση, τα πλήθη συρρέουν για να τον θαυμάσουν, πουλιέται και αγοράζεται στο χρηματιστήριο της τέχνης. Χρήμα, δόξα, σεξ, τα πάντα είναι στη διάθεση αυτού του σύγχρονου Φράνκεσταϊν, αρκεί να υπακούει τυφλά τον δημιουργό του. Όμως, παρά το γεγονός ότι δεν είναι πια ανθρώπινο ον αλλά ένα άγαλμα με ανθρώπινες λειτουργίες, θα ερωτευτεί και θα θελήσει να σπάσει τα χρυσά δεσμά του. Αυτό θα αποδειχτεί τόσο δύσκολο, ώστε μοιάζει αδύνατο. Μπορεί κάποιος που έγινε οικειοθελώς σκλάβος να διεκδικήσει και πάλι την ελευθερία του;

Με αιρετικό χιούμορ και σατιρική ματιά που τσακίζει κόκαλα, ο Σμιτ δημιουργεί ένα καλογραμμένο και πανέξυπνο κείμενο και δεν αφήνει τίποτα όρθιο: το life style των πλούσιων και διάσημων, την λατρεία των media για την εικόνα, την παθητικότητα των μαζών, την υποτιθέμενη  καλλιτεχνική πρωτοπορία – γέλασα απίστευτα με τον καλλιτέχνη που είχε σταυρωθεί σ’ όλες τις biennale. Οι χαρακτήρες που ξεδιπλώνονται στις σελίδες είναι απόλυτα πειστικοί μες την υπερβολή τους, ενώ ο συγγραφέας χτίζει αριστοτεχνικά με τη γραφή του ένα ”θέατρο του παραλόγου”, στο οποίο εγκλωβίζει τον ήρωά του (και τον αναγνώστη) – εκεί τα αυτονόητα δεν είναι καθόλου αυτονόητα και τα προφανώς παράλογα θεωρούνται απόλυτα αποδεκτά. Στα υπέρ του βιβλίου, η πολύ καλή μετάφραση της Σοφίας Διονυσοπούλου και το εξαιρετικό εξώφυλλο του Κωνσταντίνου Γερονίκου.

Ο Σμιτ, αναδεικνύοντας τον απελευθερωτικό ρόλο του έρωτα και την αξία της αγάπης και της ανθρωπιάς (πολλοί θα το θεωρήσουν κλισέ, αλλά εκεί έχουμε φτάσει…), δίνει στον αναγνώστη μια ανάσα αισιοδοξίας και την ελπίδα ότι όσο χαμηλά κι αν ξεπέσει κάποιος, παραμένει ανθρώπινο ον και μπορεί να ξανακερδίσει την αξιοπρέπειά του. Γι’ αυτό και διάλεξα ως τίτλο του κειμένου την αριστουργηματική ταινία του Andrzej Zulawski ”Σημασία έχει ν’ αγαπάς” (1975) – αν μπορείς ν’ αγαπάς, η αγάπη σε βρίσκει ακόμα και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι…