Αυτοβιογραφική προφητεία

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος γεννήθηκε το 1963 στο Χαλάνδρι, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε τεχνολόγος μηχανικός, ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με το θέατρο. Εργάστηκε ως καλλιτεχνικός συντάκτης (από το 1989 έως το 1992) σε εφημερίδες, περιοδικά και στην τηλεόραση. Τα τελευταία χρόνια, εκτός από την πεζογραφία, ασχολείται επαγγελματικά με το σενάριο. Έχει γράψει σενάρια για τηλεοπτικές σειρές, ενώ από το 1995 ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με τον κινηματογράφο. Έχει γράψει δέκα σενάρια για ταινίες μεγάλου μήκους – ανάμεσά τους οι «Απόντες» (1996), ο «Βασιλιάς» (2002) και η «Αγρύπνια» (2005), όλες σε σκηνοθεσία Νίκου Γραμματικού, οι «Ώρες κοινής ησυχίας» (2006), σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάκου, κ.ά. Για μια απ’ αυτές, τους «Απόντες», τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου στο 37ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1996. Ενεργό μέλος της Ένωσης Σεναριογράφων Ελλάδας, διδάσκει σενάριο σε σεμινάρια και σε προγράμματα σπουδών κινηματογράφου. Ποιήματα και διηγήματά του έχουν διακριθεί σε διαγωνισμούς, ενώ το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Η ενοχή των υλικών» (Πόλις, 1997), τιμήθηκε με το Βραβείο Μαρίας Ράλλη για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς. Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα: «Ο Ζίγκι απ’ τον Μάρφαν» (Πόλις, 1998, κυκλοφορεί και στα ιταλικά από τις εκδόσεις Crocetti), «Το γονίδιο της αμφιβολίας» (Πόλις, 1999, β΄ εκδ. Μεταίχμιο, 2012, κυκλοφορεί σε επτά γλώσσες – στα γερμανικά από τις εκδ. Reclam, στα γαλλικά από τις εκδ. Gallimard, στα ιταλικά από τις εκδ. Ponte Alle Grazie, στα σλοβενικά, στα κινέζικα κ.ά), «Αγιογραφία» (Πόλις, 2003, κυκλοφορεί στα γερμανικά από τις εκδ. Reclam και στα γαλλικά από τις εκδ. Gallimard) και «Τα παιδιά του Κάιν» (Μεταίχμιο, 2011, βραβείο Μυθιστορήματος Ιδρύματος Πέτρου Χάρη Ακαδημίας Αθηνών, 2012). Τόσο τα μυθιστορήματα όσο και διηγήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές ξένες γλώσσες. Ο «Ολομόναχος» είναι το έβδομο βιβλίο του και εκδόθηκε αρχικά στη Γαλλία, στη σειρά “Ce que la vie signifie pour moi” των Editions du Sonneur.

Η συνομιλία του αφηγητή με τον αποθανόντα πατέρα του θα φέρει στο φως ένα κρυμμένο μυστικό, ανασύροντας από τον πυθμένα της μνήμης συναισθήματα, εικόνες, μιας σχέσης που είχε περάσει από διάφορα επίπεδα. Έπειτα ο αφηγητής αρχίζει τη διήγηση της ιστορίας των γονιών του, με τον πατέρα του σε πρώτο πλάνο. Την ίδια στιγμή οι ανασκαφές στο παρελθόν θα αποτελέσουν ένα κληροδότημα που θεμελιώνεται εξ ολοκλήρου στη σχέση πατέρα-γιου, στην εικόνα του γιου για τον πατέρα που αποδομείται και ανασυντίθεται σε νέες βάσεις.

Η εικόνα που συνήθως έχουμε για τους γονείς μας, δίχως να γνωρίζουμε όλες τις πτυχές του παρελθόντος τους, θεοποιώντας τους και παραβλέποντας ότι κάποτε υπήρξαν και εκείνοι νέοι, γκρεμίζεται όταν ανακαλύπτουμε ότι το πρόσωπο δεν είναι ακριβώς όπως το έχουμε σκιαγραφήσει στο μυαλό μας. Και τότε αρχίζει μια νέα φάση απομυθοποίησης και οικοδόμησης εκ νέου του πορτρέτου του ανθρώπου που νιώθουμε ότι μπορεί να μας προστατεύσει από τα πάντα.

Όμως, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στο αυτοβιογραφικό του αφήγημα με τον υπότιτλο Αυτοβιογραφική Προφητεία, τον οποίο χρησιμοποιούμε και ως τίτλο στο παρόν κείμενο, πέρα από το να ανασκαλεύει το παρελθόν και να αναδιαρθρώνει τη σχέση με τον πατέρα του μέσα από τις συνομιλίες που αφηγείται, αναφέρεται και στο κληροδότημα που ο ίδιος, ως πατέρας, θα περάσει στον γιο του. Μια διαδικασία που εμφαίνεται πιο αγχωτική, αναγνωρίζοντας ότι δεν έχει αποφύγει τα λάθη.

Τελικώς, υπάρχουν πολλά σημεία του οικογενειακού παρελθόντος που μας στιγματίζουν και καθορίζουν τρόπον τινά τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας. Το θέμα είναι όμως, όπως έξοχα διαφαίνεται και στο κλείσιμο του βιβλίου του Νίκου Παναγιωτόπουλου, πώς θα αναδιαμορφώσουμε προς το καλύτερο τις στιγμές και τις εικόνες, κληροδοτώντας ένα καλύτερο μέλλον, τουλάχιστον συναισθηματικά, στα παιδιά μας.