Με υλικά τη φαντασία και τη νοσταλγία

Η Christy Lefteri γεννήθηκε στο Λονδίνο από Ελληνοκύπριους γονείς που εγκαταστάθηκαν στη βρετανική πρωτεύουσα το 1974, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής. Δεν έζησε τον πόλεμο, όμως έμαθε, μέσα από αφηγήσεις συγγενών, φίλων κ.ά. καθώς και από επιτόπια ταξίδια, όπως αναφέρει στον επίλογό της, το φυσικό και το ανθρώπινο τοπίο της Κύπρου: τις συνήθειες και τη νοοτροπία, τα αρώματα και τα χρώματα της γης, της θάλασσας, του ουρανού. Στο βιβλίο της, που ήταν υποψήφιο για το Reader’s First Book Award στο διεθνές φεστιβάλ του Εδιμβούργου, κατασκευάζει έναν κόσμο με υλικά τη φαντασία, τη γνώση που της κληροδότησαν και, όσο και να φαίνεται παράδοξο, τη νοσταλγία για έναν τόπο που δεν γνώρισε.

Σάββατο, 20 Ιουλίου 1974. Καθώς οι Τούρκοι προελαύνουν προς την Κερύνεια, ένα κοριτσάκι βλέπει τη μάνα του να πεθαίνει από σφαίρα στο στήθος. Μια νεαρή Ελληνοκύπρια, η Κόκκη, ανακαλύπτει το πτώμα του γιου της σε ένα χωράφι. Και ο Τουρκοκύπριος στρατιώτης Αντέμ γυρίζει μέσα στην πόλη αναζητώντας την παλιά του αγάπη. Η Κόκκη και η Μαρούλα συλλαμβάνονται αιχμάλωτες και μαζί με άλλες γυναίκες μεταφέρονται σε ένα σπίτι που εγκαταλείφθηκε από τους ενοίκους του. Κι εκεί η Κόκκη θα ξεδιπλώσει την ιστορία της… Παράλληλα, στο Λονδίνο, ο Ρίτσαρντ, που είχε υπηρετήσει ως στρατιώτης στην Κύπρο την περίοδο της αποικιοκρατίας, μαθαίνει για την εισβολή και αποφασίζει να ανοίξει την καρδιά του στον Ελληνοκύπριο Πανίκο.

Η ιστορία χωρίζεται σε οκτώ κεφάλαια, όσα και οι ημέρες της δράσης. Παρακολουθούμε τα αποτελέσματα της αγριότητας (και από τις δύο πλευρές): φόνοι, βιασμοί, ιεροσυλίες. Οι γυναίκες θεωρούν πως η Κόκκη είναι ξένο σώμα, εξαιτίας των κόκκινων μαλλιών της και του νόθου παιδιού της. Όμως, καθώς περνούν οι μέρες, συνειδητοποιούν ότι μπροστά στην κοινή δυστυχία οι κοινωνικές (και εθνικές) προκαταλήψεις δεν έχουν κανένα νόημα. Ο χρόνος της αφήγησης είναι ενεστωτικός και η αναλυτική περιγραφή των κινήσεων των προσώπων στο χώρο δίνει την εντύπωση της αργής κίνησης στον κινηματογράφο. Στο τέλος η συγγραφέας ανοίγει ένα παράθυρο ελπίδας.

Η γλώσσα είναι προσεγμένη και η δομή της ιστορίας αρκετά καλή, όμως η δράση εκτυλίσσεται πολύ αργά και η επιμονή σε κάποιες λεπτομέρειες κουράζει. Κάποιες αναφορές στην ιστορία του νησιού ελέγχονται, όμως γενικά το κείμενο είναι καλά γειωμένο.