Η Μερόπη Αναστασιάδου είναι νομικός και ιστορικός, ερευνήτρια του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας στο τμήμα τουρκικών και οθωμανικών σπουδών. Οι αστικές κοινωνίες του ευρύτερου οθωμανικού χώρου (19oς -20ός αιώνας) και της σύγχρονης Τουρκίας αποτελούν το κύριο αντικείμενο των δημοσιεύσεών της. Οι σημερινές της έρευνες αφορούν τις σχέσεις ανάμεσα στην πολιτιστική κληρονομιά, την ιστορική μνήμη και τη συλλογική ταυτότητα, καθώς και τις διαπολιτισμικές επαφές και ανταλλαγές στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ο Πωλ Ντυμόν είναι ιστορικός, καθηγητής τουρκικής γλώσσας, λογοτεχνίας και ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμες μελέτες σχετικά με την κοινωνική και πνευματική ιστορία της σύγχρονης Τουρκίας. Οι πρώτες του έρευνες αφορούσαν το σοσιαλιστικό κίνημα στη Θεσσαλονίκη την περίοδο της Επανάστασης των Νεότουρκων.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια μελέτη και μια μαρτυρία όσον αφορά την παρούσα κατάσταση της Πολίτικης ρωμιοσύνης -δημογραφία, οικονομική και κοινωνική ζωή, παιδεία, κοσμική και θρησκευτική ηγεσία, πολιτιστική κληρονομιά, τόποι μνήμης, σχέσεις με το τουρκικό στοιχείο. Δεν αγνοεί όμως και το βάρος της ιστορίας. Η κατανόηση του μειονοτικού φαινομένου στην Τουρκία δεν είναι δυνατή χωρίς την υπενθύμιση των κραδασμών αλλά και των περιόδων ειρηνικής συνύπαρξης του παρελθόντος

Οι Έλληνες της Τουρκίας που αυτοαποκαλούνται «Ρωμαίοι, Ρωμηοί» υπενθυμίζοντας τις ρίζες τους στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία της Ανατολής, αποτελούσαν ένα από τα πιο δυναμικά στοιχεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αλλά τα δράματα και οι κρίσεις που σημάδεψαν την Ανατολική Μεσόγειο στη διάρκεια του 20ού αιώνα δεν τους ευνόησαν. Σήμερα η κοινότητα περιορίζεται σε μερικές χιλιάδες ψυχές. Το τέλος επίκειται; Οι περισσότεροι παρατηρητές εκτιμούν ότι οι νόμοι της δημογραφίας καταδικάζουν σε εξαφάνιση την Πολίτικη ρωμιοσύνη. Το βιβλίο δίνει ωστόσο λόγο σε όσους πιστεύουν ακόμη σε κάποια αναγέννηση. Κάποιοι θέλουν να πιστεύουν ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις -φορτισμένες ιστορικά από πολλή εχθρότητα-, κάποια μέρα θα εξομαλυνθούν. Οι δύο λαοί θα μπορέσουν έτσι να ζήσουν ειρηνικά, να συνεργάζονται σε όλους τους τομείς σαν καλοί γείτονες, μη υποκύπτοντας στα κελεύσματα θρησκευτικής ή πολιτικής προπαγάνδας.

Το βιβλίο αυτό φωτίζει κάποιες οδυνηρές πτυχές του παρελθόντος, αλλά και βοηθά να κατανοηθεί η αδήριτη ανάγκη ειρηνικής ή και φιλικής συνύπαρξης. Αν οι εθνοτικές κοινότητες έσβησαν -ακόμη και η εβραϊκή τείνει να εκλείψει- τελείως στη Σμύρνη, στην Κωνσταντινούπολη κρατιέται ακόμη μια «μαγιά» του παλιού κοσμοπολίτικου θρησκευτικού και πολιτιστικού πλουραλισμού. Βέβαια από το 20% και πλέον του συνόλου του οθωμανικού πληθυσμού που ήταν οι Χριστιανοί (Ρωμιοί και Αρμένιοι κυρίως) κατά τον 19ο αιώνα, μετά την εγκαθίδρυση στην Τουρκία του κοσμικού και εκσυγχρονιστικού κεμαλικού καθεστώτος ο μειονοτικός πληθυσμός υποχώρησε θεαματικά. Τώρα πια δεν αντιπροσωπεύουν παρά το 0,2% του συνολικού πληθυσμού οι μη μουσουλμάνοι. Παρ’ όλα αυτά και παρά τις συνεχείς ενοχλήσεις, οι ελάχιστοι ορθόδοξοι Χριστιανοί (ελληνόφωνοι και αρμενόφωνοι) ελπίζουν σε μια αναβίωση των εθνοτήτων με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία θέλει να ενταχθεί η Τουρκία. Όπως παρατηρούν η Μερόπη Αναστασιάδου και ο Πωλ Ντυμόν, η ελίτ της κοινότητας των Ρωμιών της Πόλης πιστεύει ότι «Έλληνες και Τούρκοι θα λύσουν, τελικά, τις διαφορές τους». Στο παρελθόν βέβαια και καθ’ όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα τέτοιες ελπίδες διαψεύστηκαν οικτρά.

Οι συγγραφείς του βιβλίου, πανεπιστημιακοί και οι δυο, υπηρέτησαν την επιστημονική αντικειμενικότητα, όπως οφείλουν ως επιστήμονες, αλλά κατάφεραν να εμπεριέχει και χρώματα συγκίνησης.