All you need is love

Οι δειλοί είναι ανίκανοι ν’ αγαπήσουν,

η αγάπη είναι προνόμιο των γενναίων.

Μαχάτμα Γκάντι

Το να σε φωνάζουν Τσε, να μην έχεις γνωρίσει τους γονείς σου γιατί βρίσκονται στην παρανομία λόγω της πολιτικής τους δράσης και να ζεις με την πλούσια και ιδιότροπη γιαγιά σου που σε κρατάει απομονωμένο από τον κόσμο, είναι ήδη βαρύ φορτίο για το επτάχρονο αγόρι που ζει στη Νέα Υόρκη του 1972. Όμως τα πράγματα θα δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο, όταν θα εμφανιστεί στη ζωή του η ελληνικής καταγωγής Ντάιαλ: μια νεαρή γυναίκα που ο Τσε νομίζει ότι είναι η μητέρα του αλλά δεν είναι. Στην πραγματικότητα έχει σταλεί από την αληθινή μητέρα του για να τον ”αρπάξει” από τη χρυσή φυλακή της γιαγιάς του. Το χέρι της μοίρας θα παρέμβει και η Ντάιαλ με τον Τσε θα βρεθούν στην άλλη άκρη του κόσμου, προσπαθώντας να ζήσουν σαν κυνηγημένοι παράνομοι σ’ ένα κοινόβιο της Αυστραλίας…

Το δέκατο μυθιστόρημα του Αυστραλού συγγραφέα Πίτερ Κάρεϊ, είναι ένα απολαυστικό και πανέξυπνο κείμενο, χτισμένο με υλικό τις μισές αλήθειες, τις παρεξηγήσεις και τις λάθος επιλογές στα σταυροδρόμια της ζωής. Η έννοια του ”διπλού” κυριαρχεί: όλα στο βιβλίο, ονόματα, καταστάσεις, γεγονότα, χαρακτήρες, έχουν δύο μορφές και δύο ερμηνείες. Αλλά και η οπτική της αφήγησης είναι επίσης διπλή, αφού την ιστορία αφηγούνται παράλληλα οι δύο πρωταγωνιστές: το παιδί που, στερημένο από αγάπη, θέλει να πιστέψει ότι βρήκε επιτέλους την οικογένειά του και η νεαρή κοπέλα που θέλει επίσης να πιστέψει ότι υπηρετεί το καλό του αγώνα – και βρίσκεται μ’ ένα παιδί στην ευθύνη της και την αστυνομία να την καταδιώκει, παλεύοντας ανάμεσα στο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το ένστικτο της μητρότητας.

Με έξυπνη αφηγηματική τεχνική και γλώσσα σύγχρονη και άψογα δουλεμένη (σε πολύ καλή απόδοση στα ελληνικά), ο συγγραφέας δημιουργεί κομμάτι-κομμάτι ένα πάτσγουορκ της δεκαετίας του ’70, χρησιμοποιώντας και τη δική του εμπειρία από την παραμονή του σε κοινόβιο. Τοποθετώντας στον πυρήνα της πλοκής το ανθρώπινο δράμα των δύο ηρώων του, αναδεικνύει τα διαχρονικά ζητήματα της προσωπικής ευθύνης απέναντι στα γεγονότα που μοιάζουν μοιραία και της δύναμης της αγάπης που δεν μετριέται με προθέσεις και μεγαλόστομες ρητορείες περί καλύτερου κόσμου, αλλά με το να στέκεσαι δίπλα στον άλλο στα δύσκολα, ακόμα κι όταν μπορείς να φύγεις.

Αυτή την αντίθεση λόγων και πράξεων της επαναστατημένης γενιάς του ’70, την εκφράζει με τον πιο εύγλωττο τρόπο η συμπεριφορά των μελών του κοινοβίου απέναντι στους δύο φυγάδες σε αντιδιαστολή με τον τρίτο ήρωα του βιβλίου, τον χίπη Τρέβορ, που, αν και εγκλωβισμένος στην προσωπική του παράνοια, είναι εκείνος που θα κάνει το σωστό. Η παρουσία του είναι ο καταλύτης για το ανατρεπτικό φινάλε της ιστορίας που αφήνει τον αναγνώστη μ’ έναν κόμπο συγκίνησης στο λαιμό και τη βεβαιότητα ότι τελικά ”τα παιδιά των λουλουδιών” μπορεί να έκαναν πολλά λάθη, όμως είχαν δίκιο όταν έλεγαν ότι το μόνο που χρειάζεται είναι η αγάπη…