Εκτός από το «πανεπιστημιακό μυθιστόρημα» (το γνωστό campus novel, ελληνιστί/hellinsti), τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ένα ενδιαφέρον υβριδικόν είδος, το φιλοσοφικό δοκίμιο σε αφηγηματική φόρμα, φιλοσοφικοί διάλογοι με κινηματογραφικές απαιτήσεις, νόμιμες εκφάνσεις κι εκδηλώσεις της αυτοψυχαναλυτικής ομφαλοσκόπησης εις αναζήτησιν του «γνώθι σαυτόν», με πάμπολλες παραπομπές κι ένα πυκνό δίχτυ διακειμενικών αναφορών, λεπτοφυέστερο κι από το υφαντό της ομηρικής Πηνελόπης. Κι όπως και η βασιλική ζωντοχήρα της αλλοτινής Ιθάκης επιδιδόταν στην καταστροφή του εργοχείρου κατά τη διάρκεια της νυκτός, τις μικρές εκείνες ώρες ακριβώς που αναγεννώντο τα φαγωμένα κύτταρα του συκωτιού του αλυσοδεμένου (από το Κράτος και τη Βία) Προμηθέα, έτσι κι οι σημερινοί ακαδημαϊκώς μορφωμένοι υπερ-επαρκείς συγγραφείς (κι αναγνώστες βεβαίως) προβαίνουν σε μια αυτό-κριτική του ίδιου τους του έργου τόσο κατά τη διάρκεια της συγγραφής-επιμέλειας, όσο και κατά τη διάρκεια της έκδοσης και της προβολής των πονημάτων τους. Το στοιχείο της ειρωνείας και του σαρκασμού είναι αναγκαστικώς ένα δίκοπο μαχαίρι, που γυρίζει συνήθως πίσω στην παλαιά-συγγνωστή πληγή της υπαρξιακής αγωνίας του γράφοντος, με αποτέλεσμα να πληγώνει πρώτα τον ίδιον και μετά όποιον άλλον τυχαίνει να περιδιαβαίνει στις ανοικτές σελίδες του βιβλίου του. Ο Ευριπίδης κι ο Προυστ θα ήταν ευτυχισμένοι αναγνώστες των εργογραφημάτων της δικής μας εποχής, γιατί φιλοσοφούμε κι αγωνιούμε τόσο συχνά για τη μορφή που το περιεχόμενο είναι απλώς η αφορμή ή το δόλωμα για να εκλαϊκεύσουμε τις επιστημονικές θέσεις και απόψεις μας επί κοινωνιολογικών και ψυχολογικών θεμάτων. Όσο κι αν κατηγορούνται συχνά οι σύγχρονοι συγγραφείς για ναρκισσισμό, είναι –θαρρώ– οι πλέον εγρήγοροι, οι συμμετέχοντες αγωνιωδώς κι ενεργητικώς στο ηφαιστειακό γίγνεσθαι του κρίσιμου Καιρού μας. Κι όπως είπε ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ στο νεκροκρέβατό του «Δεν υπάρχει τίποτα το προσωπικό», έτσι κι οι ερωτιάρηδες-ερωτικοί-αποκαρωμένοι από την υπαρκατανάλωση ηδονής (ή μοναξιάς) λογοτέχνες που δρουν και κινούνται στην «Κοινωνία της Αφθονίας», για τους άλλους μιλάνε και με τους άλλους επιζητούν να επικοινωνήσουν μέσα από τη χρήση ή κατάχρηση του πρώτου ενικού προσώπου (ακόμα κι όταν επιλέγουν τον τριτοπρόσωπο αφηγητή, είναι σαφές ότι φιλοτεχνούν ένα «δράμα του εγώ» – ένα “ich-drama”, το οποίο είναι τόσο προσωπικό όσο κι ο ιστός της Πηνελόπης). Η αυτουργία κι η αυτοχειρία είναι δύο όψεις του ίδιου λογοτεχνικού νομίσματος: στοιχειοθετούν την απεγνωσμένη κραυγή του ατόμου να αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί, ν’ αποθέσει τα κοιτάσματα της αγάπης που κουβαλάει μέσα του σε ασφαλές μέρος αναλλοίωτο από τον Χρόνο. Και πού να βρεις ένα τέτοιο μέρος σε ένα σύμπαν ρευστό που βιώνει κοσμογονικές αλλαγές; Ακόμα κι ο θάνατος δεν είναι πλέον η εγγυημένη αφθαρσία της μούμιας ή της «επιτάφιας χρυσής προσωπίδας» (που λέει ο Σεφέρης). Μπορεί να είναι κάτι ασύλληπτο για το ανθρώπινο μυαλό, αδιανόητο κι απροσπέλαστο, σίγουρα όμως δεν είναι ένα μαυσωλείο λαμπρό των πεθαμένων ερώτων μας (Καβάφης).

Λατρεύω τους σύγχρονους συγγραφείς στα χρόνια της Κρίσης: είναι γενναίοι, ηρωικοί, απεγνωσμένοι χωρίς να είναι απαραιτήτως κι απελπισμένοι, βιάζονται να καταθέσουν στο «φοβερό βήμα» και «μάρτυς τους ο θεός»…

Αυτές οι σκέψεις αναδύθηκαν από το βαθύ συλλογικό ασυνείδητο στο συνειδητό μου μελετώντας με προσοχή το υβριδικό πόνημα της Ειρήνης Σταματοπούλου «Ο κανόνας του παιχνιδιού» από τις πάντα ρηξικέλευθες και πρωτοποριακές εκδόσεις «Αιγόκερως», που έχουν αναδείξει σημαντικές μορφές στον χώρο της δραματικής γραφής (κινηματογραφικής-θεατρικής-πεζογραφικής).

Η Ειρήνη Σταματοπούλου διασπά το αφηγηματικό εγώ της σε αλληλεπιδρώσες μάσκες, προσωπεία πλήρη περιεχομένου, που κρατούν το φως τους και μεταφέρουν ίσως κι ένα άλλο εξωκοσμικό φως που περνάει από μέσα τους ως αδιόρατο ηλεκτρομαγνητικό ρευστό (ή αιθήρ-akasha). Είναι φιλοσοφημένη και φιλοσοφική, επαρκής αναγνώστρια κι αυτό-κριτικός, ειρωνικά σαρκαστική, που δεν χαρίζεται ούτε στον εαυτό της, μεταμοντέρνα αποδομητική, γκρεμίζοντας ακόμα και τα δικά της «ιερά και όσια», εικονοκλαστική αλλά κεκαλυμμένα εικονολάτρις, ιέρεια και βέβηλη, μονοθεΐστρια τού Έρωτα, αλλά και μαιναδικώς παγανίστρια. Η ηρωίδα της (η κύρια περσόνα αυτού του έργου) αναζητεί την ερωτική αφθαρσία που μόνο μέσα στην εναλλαγή συντρόφων και στην αλλαγή (ή στις μεταβολές) του θυμικού μπορεί να εξασφαλισθεί, αποφεύγει αλλά δεν κατακρίνει την αγάπη, αυτοψυχαναλύεται κι ανατέμνει με ψυχρό επαγγελματισμό τις διαπροσωπικές σχέσεις των αντι-ηρώων της, διαλογίζεται γράφοντας για τα μεγάλα προβλήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, οικτίρει υπογείως την ανθρώπινη κατάσταση κι εν τέλει διασώζεται ακριβώς όπως κι ο Φάουστ του Γκαίτε, διά της αγάπης (φιλανθρώπου αναγκαστικώς, ακόμα κι όταν φοράει τον μανδύα της μισανθρωπίας χάριν ή ένεκα των λογοτεχνικών συμβάσεων της αντίθεσης-φωτοσκίασης-αντίστιξης). Μουσικός ο λόγος και σοφά αρχιτεκτονημένη η περίπλοκη δομή του έργου της (εξ ου κι οι παραπομπές μου στον ιστό της ομηρικής Πηνελόπης).

Ένα έργο που διαβάζεται αποσπασματικά κι επιλεκτικά, όχι απαραίτητα κατά λογάδην, δείγμα αντιπροσωπευτικό του καιρού και της αγωνίας των διανοουμένων μας. Προυστ κι Ευριπίδης, Στρίντμπεργκ και Λακάν, αρχαίοι σοφιστές και προσωκρατικοί φιλόσοφοι σε γόνιμο διακειμενικό διάλογο και συνάντηση στον φαντασιακό χώρο του Άχρονου.

Μελετήστε το, παίρνοντας τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας… Προσδεθείτε απαραιτήτως με τις ζώνες ανγότητος.

Η ανάγνωση βλάπτει σοβαρά την Άγνοια και μπορεί να θεραπεύσει καρδιοπάθειες κι αυτό-άνοσους καρκίνους. Ακόμα και για τους σεξουαλικώς μεταδιδόμενους ιούς ενδείκνυται, γιατί κανείς δεν μπορεί να διαβάσει κατά τη διάρκεια της γενετήσιας πράξης. Αστειεύομαι, ως συνήθως. Χαριεντίζομαι για να μιλήσω αποτελεσματικότερα για τα σοβαρά κι ερεβώδη προβλήματα που μας απασχολούν. Είναι κι αυτό ένα είδος παραβολής, μεταφοράς-μετωνυμίας. Ας παρομοιάσουμε την απόπειρα κριτικής με έναν παραμορφωτικό καθρέφτη που μας τονίζει ασύλληπτες πτυχές και σβήνει ή αποκαλύπτει λεπτομέρειες της γραφίδας ενός άλλου, που δεν είναι ποτέ ξένος, αλλά ο εαυτός μας σε απροσδόκητη μορφή.

Η Ειρήνη Σταματοπούλου σημαντική συγγραφέας, πηγή καταιγιστικών σημαινομένων, εκφράζεται διά της γραφής όπως άλλοι πυροβολούν ομιλώντας.