«Ο δρόμος για την κόλαση των αντρών είναι στρωμένος με λογικές σκέψεις»

(Απόσπασμα από το βιβλίο)

Ο Κώστας Κατσουλάρης γεννήθηκε στην Άρτα το 1968. Μεγάλωσε και ζει στην Αθήνα. Μέχρι σήμερα έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα, μία νουβέλα κι ένα θεατρικό έργο. Επίσης, έχει διδάξει στα σεμινάρια του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου κριτική λογοτεχνίας – δημιουργική γραφή, ενώ αργότερα συμμετείχε και σε άλλα παρόμοιου τύπου σεμινάρια ως καθηγητής. Πρόσφατα εκλέχτηκε μέλος του ΔΣ της Εταιρείας Συγγραφέων. Εργάζεται ως κριτικός λογοτεχνίας, δημοσιογράφος και μεταφραστής.

Συνήθως ισχυριζόμαστε οι άντρες ότι οι γυναίκες είναι αυτές που εκλογικεύουν τα πάντα, διεισδύοντας στο βάθος όχι μόνο κάθε έννοιας, αλλά και κάθε λέξης ξεχωριστά, προκειμένου να ανακαλύψουν εκείνο το μυστικό που είναι κρυμμένο στα βάθη της ψυχής μας. Τι γίνεται, όμως, στην περίπτωση που τρόπον τινά ένας άνδρας ενδύεται τον κυκεώνα των σκέψεων μιας γυναίκας και εισέρχεται σ’ έναν κυκλώνα απ΄ όπου η έξοδος μοιάζει αδύνατη;

Κάπως έτσι είναι κι ο ήρωας του Κώστα Κατσουλάρη: όταν ένα απόγευμα βλέπει τη γυναίκα του, φεύγοντας από το ιατρείο του, να κοντοστέκεται και να χαιρετά έναν φίλο του, του μπαίνει για πρώτη φορά η υποψία στο μυαλό ότι η γυναίκα του πιθανόν να τον απατά. Κι από εκείνη τη στιγμή πρώτη και κυρίαρχη σκέψη είναι εκείνη που τη φαντάζεται με τον εραστή της να ερωτοτροπούν.

Καταφεύγει σε διάφορα τεχνάσματα για να ανακαλύψει το μυστικό της, την παρακολουθεί, τη βλέπει τυχαία μαζί με κάποιον άλλο να δειπνίζουν, ενώ παράλληλα διαπιστώνει ότι τελευταία λείπει αρκετές ώρες από το σπίτι. Καθώς οι ημέρες περνούν οι σκέψεις γίνονται δυσβάσταχτες, ώσπου τελικά ο ήρωας του βιβλίου αποφασίζει να έρθει (ξανά) σε επαφή με μια παλιά του περιπέτεια. Βρίσκεται, λοιπόν, στη μέση, από τη μία με τη σύζυγο, η οποία κατά την εκτίμησή του τον απατά και από την άλλη με την ερωμένη, η οποία διαρκώς ζητά να περνάνε χρόνο μαζί. Όμως ακόμα και τότε οι υποψίες περί τρίτου προσώπου στο γάμο του δεν λένε να καταλαγιάσουν.

Ο Κώστας Κατσουλάρης με το συγκεκριμένο έργο του, όπως και με τα προηγούμενα, συνεχίζει να καταδεικνύει στοιχεία της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας, αναζητώντας ταυτόχρονα τις αιτίες εκείνες που ωθούν τον άνθρωπο να πράττει όπως πράττει. Ο ήρωάς μας εκμυστηρεύεται την ιστορία του σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, κάτι που κάνει πιο οικεία τη διάθεση του αναγνώστη απέναντί του, ενώ η απλή γλώσσα και το λιτό ύφος αναδεικνύουν για ακόμα μια φορά ότι τα απλά πράγματα (εν προκειμένω η απλή εξιστόρηση) είναι και τα πιο σημαντικά.

Όμως εκείνο που αναδύεται από την ανάγνωση του βιβλίου και είναι το πιο ουσιώδες είναι η θύμηση εκείνων των στιγμών που μεταχειριστήκαμε ανθρώπους, καταστάσεις, σκέψεις, ακόμα και τον ίδιο μας τον εαυτό, προκειμένου να δικαιολογήσουμε τις ίδιες μας τις πράξεις, τα πάθη, τις εμμονές…