Ένα βιβλίο για τη νοσταλγία του «τώρα», για την ιστορικότητα της στιγμής όταν είναι βιωμένη μέχρι το μεδούλι των κοκάλων, εκεί που το ανατρίχιασμα δεν καταγράφεται από τους παλμογράφους ανυψώνει όμως το ιερό ρεύμα της Kundalini και ζωοποιεί τα σύμπαντα χαρίζοντας στον άνθρωπο εκείνη τη χαρακτηριστική τάση προς τη Σοφία που ξεδιψάει μέσα σε μια θάλασσα Γνώσης.

Σε πέντε μέρη διαρθρώνεται αυτό το αριστούργημα, όπως τα παλαιά θεατρικά έργα στην εποχή του Νεοκλασικισμού. Είναι κεντημένο με ιδιαίτερη έγνοια για τη Λεπτομέρεια, αφού στις πτυχές της κρύβεται και ο θεός και ο δαίμονας-δαΐμων.

Αυτός ο αφηγητής παίρνει αμπάριζα όλες τις ιδεολογίες, τις τάσεις, τις εκφάνσεις της ανθρωπινότητας το τελευταίο μισό του αιώνα κι είναι τόσο ενδελεχής η οδύσσεια περιπλάνησή του που δεν χάνει μήτε στιγμή το μέτρο της φαντασίας, που τα πάντα καταλύει σε μια υπερπήδηση του πασιφανούς μέχρι να το κάνει πέρα κι από προφανές, να το καταστήσει τετριμμένο.

Λόγος ευθύς, σχεδόν απευθυνόμενος σε κάθε αναγνώστη ξεχωριστά, ύφος ξεκάθαρο, σαν μονόλογος σε ταινία ευρείας προβολής. Παρακολουθούμε όλη την ιστορία μέσα από την οπτική γωνία μίας και μόνης συνείδησης που απεχθάνεται τα μισά λόγια, τα υπονοούμενα και τις υπεκφυγές. Ο κυνισμός είναι αναπότρεπτος, ενέχει όμως μια ποιητική μελαγχολία, μία υπερ-πραγματιστική απογείωση, σε ύψη που ο συνηθισμένος βιοπορισμός δεν επιτρέπει. Ναι, αυτό το έργο είναι τραγούδι, έπος για κάθε είδους καταπιεσμένους αλλά και για τους καταπιεστές τους. Κανείς δεν εξαιρείται μέσα σε αυτή την ανθρώπινη Κωμωδία, που δεν μπορεί να είναι Θεία, γιατί θα ήταν και σατανική. Κάτι που δεν επιδιώκει και χλευάζει μάλλον ο καλός συγγραφέας, ο αρνησίθρησκος κι ο χαμηλοπετής (σαν τα πολεμικά εκείνα αποδημητικά πτηνά, που παίρνουν χαμηλές στροφές με το που πλησιάζει η καταιγίδα – και τι άλλο από καταιγίδα ήταν τα τελευταία σαράντα χρόνια, με αποκορύφωμα τη διεθνή, την παγκόσμια Οικονομική Κρίση που ξεκίνησε το 2007;).

Θαυμάζω τον τρόπο που αφηγείται ο Διονύσης Τεμπονέρας. Με την άνεση ενός παλαίμαχου ηθοποιού που αναμασάει μια ξένη ιστορία χαρίζοντάς μας την ψευδαίσθηση πως ίσως να ήταν κι η δική του, σε μια άλλη διάσταση του Χώρου ή του Χρόνου.

Εκτιμώ ιδιαίτερα τη δραματική του οικονομία. Δεν πλατειάζει. Πουθενά. Κατατρύχεται όμως από την κινηματογραφική εμμονή στη λεπτομέρεια, λες και δεν συγγράφει ένα μυθιστόρημα, αλλά το πρόπλασμα ενός σεναρίου για υπερ-παραγωγή του Netflix και με τη σαφή φιλοδοξία να τα πει όλα μέσα σε λίγες γραμμές, να καλύψει απαξάπασες τις αιχμές και τις ακμές, τις πτυχές και τις κρυμμένες γωνίες της περίπλοκης ανθρώπινης φύσης, που για ένα πράγμα μόνο διψάει (εκτός από τη Γνώση): για ένα «σ’ αγαπώ» από χείλη που δεν συμβιβάζονται με το ψέμα.

Αυτή ακριβώς η Διαφωτιστική προοπτική, συνεχίζει το «μεγάλο μυθιστόρημα» από τον «Αιώνα των Φώτων» στο μίζερο και θλιβερό «τώρα» της παντοκρατορίας των μηχανών. Κι αυτό ακριβώς συμβολίζει ο ατίθασος κι αυτάρκης μυθικός Αίγαγρος που τρέφεται με μίνθες (κοινώς «μέντα», που ακόμα κι αποξηραμένη και σε αφέψημα ακόμα κρατάει το άρωμα της ελευθερίας της, πικρό, μα και πολύτιμο συνάμα).

Εξαιρετικό μυθιστόρημα. Από τα καλύτερα που τυπώθηκαν μέχρι τώρα αυτή τη χρονιά. Το σωτήριον έτος 2019, που μαθαίνουμε να ξαναπερπατάμε και να μετράμε την επιτυχία ή την ευτυχία μας όχι με νούμερα, αλλά με άλλα, μη μετρήσιμα μεγέθη. Βγήκαμε πληγωμένοι όλοι από αυτή την Κρίση. Μα και δυνατοί. Ετούτος ο συγγραφέας ξέρει να τα λέει όλα με μια παγκόσμια προοπτική, αλλά κι ελληνική προπάντων, αφού η ευτυχία του είναι ανθρωποκεντρική και το όραμά του απλό, λιτό, όπως είναι κι η γλώσσα μας, όταν την ατενίζεις από τα βάθη τα ακίνητα προς την αφρισμένην επιφάνεια επάνω…

Εξαίρετη γραφή. Θα βρει μιμητές. Το αποτέλεσμα όμως είναι θέμα χρόνου, επιμονής και προ πάντων: εμμονής, ερωτικής εμμονής με τη λεπτομέρεια. Εκεί έγκειται ο θεός της Λογοτεχνίας. Και ο δι-ά-βολος.