Ο Έρωτας ως αυτοερωτική ηδονική διαδικασία καταγραφής φαντασιώσεων, εξιδανικεύσεων κι ανέξοδων εκτονώσεων απωθημένων και στατιστικών αναμονών. Έρωτας, αυτός ο άγνωστος. Όσοι είναι εξαρτημένοι από τη γραφή, καλώς γνωρίζουν ότι αυτή η μετάθεση του δημιουργικού ερωτικού ενστίκτου αποκλείει και την ερωτική ευτυχία στην πράξη, εκτός από μερικές περιστασιακές συνευρέσεις, εκρηκτικές και μετά… ξανά στην ασφάλεια του λογοτεχνικού εργαστηρίου, να αναλύσεις το δεκάλεπτο του οργασμού, να το επιμηκύνεις, να το αναβιώσεις εκ του ασφαλούς, χωρίς το συναισθηματικό ξόδεμα, χωρίς τις διεγερτικές ενοχές, χωρίς τις αδρεναλίνες του Φόβου για τον άλλον, που πάντα άγνωστος είναι. Γι’ αυτό και οι φίλοι αποκλείονται, όπως είναι σαφές από την προσεκτική ανάγνωση αυτού του αυτοψυχαναλυτικού ψυχογραφήματος ποιητικού τύπου, αφού η καλή φιλόλογος Χαρά Κοσεγιάν αφομοιώνει δημιουργικά κι έντεχνα όλα τα κλισέ της ροζ λογοτεχνίας και της ευπώλητης παραλογοτεχνίας, ελπίζοντας ίσως υποσυνείδητα να ξεφύγει από τα στενά όρια της «σοβαρής» λογοτεχνίας που θεραπεύει (με την αρχαία έννοια του υπηρετείν). Η εξωστρεφής, όμως, κοινωνικοποιημένη ενδοστρέφεια κι ομφαλοσκόπησή της απαιτούν την καταξίωση κι αναμένουν το χειροκρότημα που κάθε στερημένο παιδί αναμένει ως υπεραναπλήρωση των θυσιών και των χαμένων ωρών μιας νιότης μη βιωμένης. «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο…» κι η γλώσσα μητέρα και πατρίδα που δεν υποκαθιστά όμως –φευ!– τον μητρικό θηλασμό και την άμετρη τρυφερότητα που κάθε θηλαστικό νιώθει για τον γόνο του.

Ως ποιητικό ημερολόγιο πεζής ζωής και λογοτεχνική ανασκόπηση μιας ψυχρής καθημερινότητας χαμένης στα πρέπει και σε συμβάσεις που επιτρέπουν μόνον τη λογοτεχνική εκτόνωση των ορμεμφύτων κι αυτή υπό όρους βεβαίως.

Συντηρητική γραφή που αναπαράγει κλισέ, προκαταλήψεις κι έμμονες ιδέες ενός γυναικείου πληθυσμού που παλεύει ανάμεσα στην επαγγελματική καταξίωση και την ερωτική πλήρωση. Και τα δύο σπανίως συμβαίνουν, ως φαίνεται. Καλά κρατεί το «δέκα λεπτά σεξ κι εκατό χρόνια αυτοψυχαναλυόμενη λογοτεχνική απόπειρα εξαγνισμού κι εγγράφου μεταμελείας» [όπως λέω εγώ, δικά μου τα εισαγωγικά, δική μου και η σχοινοτενής φράση]. Μα αν είναι να σας γεμίζουν με τόσες ενοχές οι ταπεινές γήινες απολαύσεις σας, μην τις κάνετε! Απλώς αποφύγετέ τες και ζήστε σε ένα αποστειρωμένο κρυστάλλινο περιβάλλον μακριά από πειρασμούς.

Τα αρνητικά ελαφρώς ειρωνικά και σαφώς αυτοσαρκαστικά σχόλιά μου ουδόλως σημαίνουν ότι δεν μου άρεσε αυτό το πόνημα και δεν το απόλαυσα δεόντως. Αντιθέτως! Η δραματικότητα κι οι αφηγηματικές χάρες της δραστήριας, υπερκινητικής και πιεστικά υπερκοινωνικής Χαράς Κοσεγιάν δεν μπορούν να με αφήσουν ασυγκίνητο. Κι αν έγραψα με κάποια σχετική καθυστέρηση την κριτική μου αυτή ήταν προκειμένου να αποστασιοποιηθώ και από το ανάγνωσμα κι από τις αφόρητες πιέσεις της να …κριθεί από εμένα. Ας πρόσεχε! Αστειεύομαι. Μερικοί άνθρωποι αδικούν τον εαυτό τους. Συμπεριφέρονται σαν να είναι οι μόνοι που γράφουν στον κόσμο, σαν να πρέπει να σταματήσεις όλες τις άλλες δουλειές σου και να ασχοληθείς με το υπέροχο, ανεπανάληπτο και μοναδικό άτομό τους. Μερικές φορές το αξίζουν. Συνήθως όχι. Παρ’ όλα αυτά δεν μπορείς να αρνηθείς τη δημιουργική αγωνία που αναδίδει το πληθωρικό έργο τους, η ανάγκη τους να αγαπηθούν, η υπαρξιακή τους ανασφάλεια να αρέσουν… Κι αν ξέφυγα σήμερα από την συνήθη «κανόνα» της τυπικής λογοτεχνικής κριτικής είναι γιατί όταν ο συγγραφέας καθίσταται ο ίδιος περσόνα που υπερκαλύπτει τα δημιουργήματά του, τότε βίος και έργο καθίστανται αξεδιάλυτα και δεν ΠΡΕΠΕΙ να χωριστούν ακόμα κι αν ορισμένοι θεωρητικοί επιχειρηματολογούν περί του αντιθέτου.

Εν ολίγοις, η Χαρά Κοσεγιάν ξέρει να γράφει και σχετίζεται με τη γλώσσα ηδονικά, εξιδανικευτικά… Το αν μας αρέσει ή όχι το αποτέλεσμα της συγγραφικής της δραστηριότητας είναι καθαρά θέμα προσωπικής αισθητικής και ιδεολογικών κατευθύνσεων. Όμως οι συγγραφικές αξίες είναι πρόδηλες, η γνώση, η εμβρίθεια, η έρευνα του εαυτού και των άλλων προφανείς, η αγοραφοβική λατρεία του σκοτεινού αντικειμένου του Πόθου που προκαλεί δέος και τρόμο ακόμα κι όταν είναι φωτεινό, διαυγές και ξάστερο είναι επίσης καταφανής… Όλ’ αυτά συνθέτουν ένα συμπαγές προσωπικό σύμπαν, συνεκτικό κι αναγνωρίσιμο… Απλώς το κρατάς ή το αφήνεις. Το επιλέγεις ή το παρακάμπτεις. Το χαρακτηρίζεις «γυναικεία λογοτεχνία» (αδόκιμος όρος) με προσμίξεις ροζ λογοτεχνίας και παραλογοτεχνίας. Πάντως, δεν μπορείς να το αγνοήσεις. Γιατί έχει ένα ειδικό βάρος κι ένα εκτόπισμα. Ακόμα κι όταν χρησιμοποιεί κλισέ, στερεότυπα και πατάει σε δρόμους πεπατημένους, αποφεύγοντας τα «εν ου παικτοίς».

Συντηρητική, συντηρητικότατη, πολιτικώς ορθή με εξεζητημένο τρόπο η μικροαστική γραφή της Χαράς Κοσεγιάν. Trivial Literature, απολύτως! Ο Χρόνος θα καταδείξει του λόγου το αληθές.