Από τη σελίδα 39 αυτού του υπαρξιακώς σφύζοντος τομιδίου ναρκ-αλιεύω:

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ ΣΤΟΝ ΣΤΑΘΜΟ

 

            Ο κύριος Παλαμήδης κατηφορίζει στον δρόμο βλοσυρός

            Πηγαίνει προς τον σταθμό των τρένων στην άλλη άκρη

                        Της πόλης

            Τίποτα δεν δείχνει να αποσπά την προσοχή του

            Οι βιτρίνες στα καταστήματα, οι πάγκοι των πωλητών

            Τα φύλλα που πέφτουν από τα δέντρα ανάλαφρα

            Διαβάτες τον χαιρετούν, μα ούτε κι αυτοί πλέον

                        τον ενδιαφέρουν

 

            Τι είναι αυτό που έχει τόσο πολύ απορροφήσει

                        τον κύριο Παλαμήδη, λοιπόν;

            Η ώρα είναι περασμένες τρεις το μεσημέρι·

            Μήπως έχει κάποια σοβαρή συνάντηση στον σταθμό;

            Κάποιου σημαίνοντος προσώπου την άφιξη αναμένει

            Και θέλει να χει την όψη του σοβαρή, τη σκέψη

                        συγκεντρωμένη;

 

            Ας πούμε πως πηγαίνει να υποδεχτεί έναν άγνωστο

            Κάποιον που είναι άγνωστος σ’ εμάς, αλλά

                        όχι σ’ εκείνον,

            Θα φανεί μέσ’ από το παράθυρο του τρένου

            Θα κατεβεί κρατώντας τη βαλίτσα του στο χέρι

            Θα κοιταχτούν σιωπηλά και μετά θα βαδίσουν ο ένας

                        πλάι στον άλλον –

                                    ο περασμένος του εαυτός κι αυτός που είναι τώρα.

 

                                                                        (Στον Ντίνο Σιώτη)

Αλλά και από την προηγουμένη σελίδα 39 ανασύρω θησαυρούς διά χειρός Συλλογικό Ασυνείδητο πλήρως εξοπλισμένος και χρησιμοποιώντας ως διαμετακομιστικό σταθμό τον Όμηρο, στον οποίο και παραπέμπει ευθύς εξαρχής με το motto όλης της συλλογής: Μώλυ δε μιν καλέουσι θεοί (Ομήρου, Οδύσσεια, κ 305).

Ας ακούσουμε την ίδια την ποιητική φωνή να αναθιβάνει και να «γνωρίζει» ως «ανάμνησιν» (σύμφωνα με τον Πλάτωνα):

Dr. LAZARUS

 

                        Έκανε το θαύμα του ξανά, ύστερα από χρόνια

                        Κατάφερε κι αναστήθηκε για δεύτερη φορά

 

                        Εκεί που όλοι νόμιζαν πως ήταν χαμένος για πάντα

                        Αίφνης ξύπνησε από τον λήθαργο, την παραίτηση,

                                    τη φθορά

 

                        Βγήκε έξω από τη σπηλιά αντικρίζοντας το φως

                                    με μάτια πληγωμένα

                        Καθώς οι παλιές του συνήθειες έφευγαν κι έπεφταν

                                    από πάνω του σαν λέπια

                        Μάθαινε να κινείται πιο άνετα μέσα στο λείο σώμα

                                    της μέρας

 

                        Κάποιοι έστελναν ευχές, αλλά δεν έδειχνε

                                    ενθουσιασμένος

                        Αναρωτιόταν αν ήταν ακόμα ο ίδιος ή ένας άλλος

                        Άλλοτε ανασαίνει πιο δύσκολα, ο αέρας φαίνεται βαρύς,

                                    πυκνός και κρύος

                        Και το φως έντονο, εχθρικό, σχεδόν σκοτεινό

 

                        Τη νέα του γέννηση τη δέχεται στωικά –

                        Το να ζεις είναι μια τέχνη, σκέφτεται, όπως οι άλλες.

                                                                        (Στον Θόδωρο Παπαγιάννη)

Πολλά ποιήματα είν’ αφιερωμένα, στο κάτω μέρος της σελίδας κι αυτό δείχνει την Ηθική του ποιητή, που για μένα ταυτίζεται με την Αισθητική. Προσωπικά, ως κριτικός, απεχθάνομαι τους μακιαβελικούς μέτριους ή ανεπαρκείς αριβίστες, που περνάνε τον αμοραλισμό τους για μόδα όπως η αλεπού με την κομμένη ουρά από τον μύθο τού Αισώπου. Όχι, καλοί μου κύριοι και (πρώην) κυρίες, λογοκλόποι, πλαστογράφοι και λοιποί εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου [«ονόματα δεν λέμε, οικογένειες δεν θίγουμε»]. Διαφωνώ καθέτως. Η ΗΘΙΚΗ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, ΟΤΑΝ ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ!!! Δεν μπορείς στη σύγχρονη ποίηση να διαχωρίσεις τη μορφή από το περιεχόμενο, για τον απλούστατο λόγο ότι η ποιητική μορφή έχασε όλες τις παραδοσιακές και μη νόρμες και κανονικότητές της. Επομένως τι μένει; Το κοινωνούμενο νόημα (ή η Α-νοησία, για ορισμένους άλλους) και ο τρόπος που το διατυπώνουμε. Όμως, όπως θα μας πούνε οι ειδικοί νευρο-γλωσσολόγοι, ο τρόπος που χρησιμοποιούμε τον λεκτικό κώδικα και οι ελευθερίες που παίρνουμε ή διστάζουμε να πάρουμε αποδεικνύουν, καταδεικνύουν κι αποτελούν σοβαρές ενδείξεις για το ποιητικό υποκείμενο, τον δημιουργό πίσω από την ομιλούσα φωνή και κάτω από το υπό-κείμενο (sous-texte), εκεί που μιλάς «με τη δική σου φωνή, όχι εκείνην που σου αρέσει» (Κάτι θα ήξερε επ’ αυτού ο διπλωμάτης νομπελίστας Γιώργος Σεφέρης.) Με ετούτα και μ’ εκείνα θέλω να πω ότι εκτιμώ τον Αντώνη Μακρυδημήτρη ως ποιητή, γιατί φέρει το ήθος του καθηγητή και του πνευματικού ανθρώπου αλώβητο από συμβιβασμούς και υποχωρήσεις παντός είδους. Η παραίτησή του από την ΕΡΤ ήταν χαρακτηριστική. Ο Πνευματικός Άνθρωπος δεν «είναι» οι θέσεις που καταλαμβάνει και τα αξιώματα, αλλά ο ίδιος περιποιεί τιμήν σε εκείνους που του αναθέτουν οφίτσια κι αρμοδιότητες.

Για να πάμε στην Ποιητική του, τώρα, σεμνός, σχεδόν πεζολογικός ποιητικός διάλογος με το βαθύ εγώ, το «όντως ον» εις τα βάθη της συνειδήσεως, εκεί όπου ανευρίσκεται ο Παγκόσμιος Ρυθμός, αλώβητος, έστω κι ως ηχώ της ουράνιας συμπαντικής Αρμονίας, εις την οποίαν όλοι οι αληθείς κι αληθινοί [δεν είναι το ίδιο] ποιητές πιστεύουν κι από την οποίαν –Ζωοδόχον Πηγήν– εμπνέονται…

Στο ρυθμολογικό του μέρος, ο πανεπιστημιακός καθηγητής φαίνεται σαν να υποχωρεί ελαφρώς προς όφελος του κοινωνουμένου νοήματος.

Είναι τόσο αυθεντική κι αγνών προθέσεων η ποίησή του, που δεν μπορείς παρά να τη λατρέψεις.