Όταν οι λέξεις βρίσκουν το στόχο

Η Έλενα Μαρούτσου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1967. Σπούδασε Ιστορία στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών κι έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Λογοτεχνία και στις Εικαστικές Τέχνες στο Reading University, στην Αγγλία. Έχει ασχοληθεί με τη φωτογραφία και το κολλάζ. Το «Μεταξύ συρμού και αποβάθρας» είναι το πρώτο μυθιστόρημά της.

Η Λίνα, 35 χρονών, επιστρέφει τα Χριστούγεννα από το Λονδίνο, όπου κάνει το μεταπτυχιακό της, με δύο αφορμές: το σοβαρό κάταγμα της γιαγιάς της, η οποία νοσηλεύεται στο ΚΑΤ και το πλημμυρισμένο υπόγειο του πατρικού της σπιτιού στη Φιλοθέη, όπου έμενε παλαιότερα. Σε μια έξοδο με τους φίλους της στο «Γκαγκάριν» γνωρίζει έναν τύπο που της συστήνεται αργότερα, όταν συναντηθούν μέσω αγγελίας στην «Athens Voice», ως Άγγελος. Παράλληλα, παίρνει μέρος στα γυρίσματα της ταινίας ενός φίλου της σκηνοθέτη για τον ποιητή Τάσο Λειβαδίτη.

Η εξέλιξη της ιστορίας είναι σπειροειδής. Γνωρίζουμε τη Λίνα (η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη), την οικογένειά της, τους εραστές, τους φίλους της, άλλα πρόσωπα. Το πραγματικό μπλέκεται με το φανταστικό, ο χώρος (εδώ/εκεί) και ο χρόνος (τώρα/τότε) αλλάζουν θέσεις. Οι πίνακες του Βέλγου ζωγράφου Ρενέ Μαγκρίτ δίνουν τον τίτλο στα επιμέρους κεφάλαια και το έναυσμα για μία «συνομιλία» της λογοτεχνίας με τη ζωγραφική. Αναδεικνύεται η μανία (ή εμμονή) της ηρωίδας με τις λέξεις. Σημαντικό ρόλο παίζει η ποίηση (του Λειβαδίτη) ως προμετωπίδα στα τρία κυρίως κεφάλαια και στον επίλογο. Στην πορεία θα μπορούσαμε να πούμε πως η Λίνα ωριμάζει και πως το άδοξο τέλος της ιστορίας της με τον Άγγελο  ή Λευτέρη, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, είναι ένα ταιριαστό τέλος. Όμως, στον επίλογο, η Μαρούτσου ανατρέπει ό,τι έχουμε διαβάσει ως συμβατικό μυθιστόρημα και με το διαβρωτικό χιούμορ της προλαβαίνει την κριτική. Τι μένει;

Μένει ένα «σπονδυλωτό» μυθιστόρημα που αντικατοπτρίζει την εποχή μας. Αποσπασματικό, αδυνατεί να στηριχθεί αποκλειστικά στο υλικό που δίνει η πραγματικότητα και καταφεύγει στην τέχνη: τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο, την ποίηση. Καλογραμμένο, με απλή, κατανοητή γλώσσα, αλλά φροντισμένη μέχρι το τελευταίο σημείο στίξεως. Φαίνεται ανεπιτήδευτο, ακόμη και πηγαίο. Συνομιλεί μαζί μας. Κι αυτό μοιάζει να είναι το μεγαλύτερο προτέρημά του.