Η Ελένη Καρακατσάνη γεννήθηκε στη Δράμα και μεγάλωσε στην Αθήνα. Ζει μόνιμα στη Μύκονο, όπου ασχολείται με τουριστικά επαγγέλματα, και δημοσιεύει κείμενα και διηγήματα στον τοπικό Τύπο. Διηγήματά της περιλαμβάνονται επίσης στο συλλογικό έργο «7.30 στην οδό Μασσαλίας» (εκδ. Οσελότος, 2009).

Το βιβλίο της «Μεσιέ 42 και άλλες ιστορίες», που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2013, περιλαμβάνει πέντε διηγήματα που τα βασικά τους θέματα αφορούν τα ταξίδια, τον έρωτα, το έγκλημα και την οικογένεια. Στο πρώτο διήγημα με τον τίτλο «Η ληστεία», η Μαργαρίτα Στεργίου λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων αναγκάζεται να στερείται την οικογένειά της και με μεγάλη προσμονή αναμένει τη στιγμή της επανασύνδεσης.  Ως ειδική ανακρίτρια οικονομικών υποθέσεων έχει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο και ιδίως από τη στιγμή που αναλαμβάνει την υπόθεση μιας εικοσάχρονης φοιτήτριας και δυο ακόμη ατόμων για απόπειρα ληστείας και για οικονομικές ατασθαλίες. Τα πρακτικά της προανάκρισης περιγράφονται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα και διακόπτονται από τις σκέψεις της και τις αναδρομές που κάνει στο παρελθόν λειτουργώντας ως ευχάριστα ιντερμέδια. Η πλήρης αφοσίωσή της στην υπόθεση την οδηγεί να λύσει το γρίφο της ληστείας αλλά ταυτόχρονα να «της αλλάξει οπτική στα πράγματα. Να της δώσει αισιοδοξία και ελπίδα» (σελ. 35). Το δεύτερο διήγημα, «Honey Pepper Nemiroff», περιγράφει το τέλος της σχέσης ενός ζευγαριού και τα στάδια της οργής, της νοσταλγίας και της απώθησης, το βίωμα αυτό το οποίο οδηγεί στην αλλαγή. Στο διήγημα «Μεσιέ 42» περιγράφεται ο αγώνας ενός ανθρώπου για την επιβίωση. Στο τέταρτο διήγημα, «Ο θρύλος της Μαρίκας», μας δίνεται η οπτική ενός ανθρώπου που «τρέχει με μεγάλες ταχύτητες» και στο τέλος γίνεται πιο προσεκτικός όσον αφορά την επιλογή των διαδρομών. Το τελευταίο διήγημα, «Η επαναφορά», αποτελείται από τέσσερα μέρη όπου ξεδιπλώνεται το «σχεδιασμένο όνειρο» ενός ήρωα. «Το γραφείο σχεδιασμού ονείρων, στο οποίο είχε το προνόμιο να είναι μόνιμος συνεργάτης ήταν σχετικά μικρό, με μεγάλα όμως παράθυρα. Του παρείχε όλη την απαραίτητη ησυχία και απομόνωση που χρειαζόταν για να σχεδιάσει όνειρα. Τα όνειρα τα δικά του και τα όνειρα  που κατασκεύαζε για τους άλλους» (σελ. 105).

Η γραφή της συγγραφέως είναι ζωντανή, περιγραφική και καίρια χωρίς περιττές αναφορές. Η χρήση αφηγηματικών τεχνικών διανθίζει ευχάριστα την αφήγηση, όπως οι αναδρομές, η μουσική επένδυση, η μεταφορά των ηρώων σε τόπους πραγματικούς και μη. Η συνεχής μεταβολή της κατάστασης των ηρώων και το πέρασμά τους από το ένα επίπεδο στο άλλο διεγείρει το αναγνωστικό ενδιαφέρον.