«Η μάσκα μιας γυναίκας είναι ιερή όπως το πρόσωπο ενός άντρα»

Ο Πέτρος Πικρός (1894-1956) είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογοτέχνες του Μεσοπολέμου: η τριλογία «Χαμένα κορμιά», ευτυχώς σε πρόσφατη επανέκδοση από την «Άγρα», είναι ένα έργο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσετε για να καταλάβετε το συγγραφικό του μέγεθος. Υπήρξε επίσης συγγραφέας πρωτοποριακών για την εποχή του παιδικών βιβλίων και είχε αξιόλογο μεταφραστικό έργο. Και βέβαια, στρατευμένος πολιτικά, πρωτοστάτησε στα περιοδικά της Αριστεράς, ενώ ως δημοσιογράφος διακρίθηκε για τα περίφημα «ζωντανά ρεπορτάζ» και τις μαχητικές έρευνες και καμπάνιες του. Αλλά η επίσημη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας δεν έχει αναγνωρίσει έως σήμερα το έργο του και μόλις πρόσφατα γίνεται από εκδότες προσπάθεια παρουσίασής του στους σημερινούς αναγνώστες.

Η «Λουκρητία» του, όμως, δεν ανήκει σε κανένα από τα παραπάνω είδη γραφής στα οποία ο Πικρός διακρίθηκε. Πρόκειται για το ένα από τα τρία λαϊκά ιστορικά μυθιστορήματα με ηρωίδες σημαντικές ή, πιο σωστά, διαβόητες γυναίκες (οι άλλες δύο είναι η Ασπασία και η Θεοφανώ), τα οποία δημοσίευσε σε συνέχειες στην εφημερίδα Εβδομάς, με το ψευδώνυμο «Ω». Στην παρούσα έκδοση, με τη διαφωτιστική εισαγωγή για το έργο από τον Γιάννη Δ. Μπάρτζη που έκανε επίσης την επιμέλεια και τη γλωσσική προσαρμογή του κειμένου, παρουσιάζεται ως μία ολοκληρωμένη νουβέλα που, με αφετηρία ένα επεισόδιο στα έργα και στις ημέρες της ηρωίδας, επιχειρεί το ψυχογράφημά της.

Με φόντο τα ανάκτορα της Βενετίας και της Φεράρας του 16ου αιώνα, ο Πικρός δημιουργεί ένα αφήγημα γεμάτο πάθη και μίση, δολοφονίες και δολοπλοκίες, με πρωταγωνίστρια την ώριμη πια σε ηλικία αλλά πάντα γοητευτική Λουκρητία Βοργία: παντρεμένη σε τέταρτο γάμο με τον Αλφόνσο της Φεράρας, ερωμένη του πατέρα της πάπα Αλέξανδρου ΣΤ’ και των δυο αδερφών της, του Καίσαρα και του Τζιοβάνι, και με αμέτρητους ακόμα εραστές, η ξανθή και λάγνα ηρωίδα βρίσκεται στην αρχή της ιστορίας μεταμφιεσμένη σε μια γιορτή στη Βενετία. Εκεί θα συναντήσει τον νεαρό και αγνό Τζενάρο και θα προσκολληθεί συναισθηματικά σε αυτόν με μια αφοσίωση που δεν ταιριάζει στην ακόλαστη φήμη της. Όταν οι φίλοι του θα την προσβάλουν, εκείνη θα θυμηθεί τη δύναμή της και θα επιχειρήσει να τους εκδικηθεί: αλλά η εκδίκησή της και τα σκοτεινά σχέδιά της θα μπλέξουν στα δίχτυα τους και τον νεαρό που έχει κερδίσει την αγάπη της. Παρόλα αυτά, μέχρι το τέλος της ιστορίας όπου το δράμα κορυφώνεται, εκείνη θα αγωνιστεί για να τον σώσει…

Η πένα του Πικρού, έστω και πίσω από τη μάσκα όπως η Λουκρητία στην αρχή του έργου, απευθυνόμενη εδώ σε ένα λαϊκό κοινό χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, διατηρεί τα βασικά χαρακτηριστικά της: τον ρεαλισμό, τη σαρκαστική και ανατρεπτική ματιά και τη διάθεση να μεταδώσει γνώση, προσφέροντας σε όσους τον διαβάζουν αληθινά ιστορικά στοιχεία για τα πρόσωπα, τους τόπους και την εποχή. Σε αντίθεση με άλλα αναγνώσματα του είδους, η «Λουκρητία» του δεν ηθικολογεί ούτε σκανδαλίζει: η ηρωίδα του είναι μια τίγρη όπως ακριβώς την έπλασε ο λαϊκός μύθος, που ζει και δρα σύμφωνα με τον χαρακτήρα της. Αλλά ο Πικρός, ως γνώστης της ψυχής της ανθρώπινης που την αγαπά ακόμα κι όταν αυτή βρίσκεται μέσα στο βούρκο, σηκώνει τρυφερά τη μάσκα της για να αποκαλύψει ότι ακόμα και μια τίγρη έχει αισθήματα.