«Καλέ μου Ήντα», αποκρίθηκε ο Λιούις, «αυτό δεν έχει σημασία. Το διασκεδαστικό είναι να κάνεις μπίζνες. Είτε με κοχύλια είτε με χαρτονομίσματα της Τράπεζας της Αγγλίας ή πάλι με άχρηστα χαρτιά, όλα είναι το ίδιο. Ζούμε για να παίζουμε».

Ο Λιούις είναι ένας νεαρός, ιδιόρρυθμος, χαρισματικός τραπεζίτης τη δεκαετία του ’20, το χρηματιστήριο είναι η ζωή του και το παιχνίδι του, αυτό που με τον δικό του ανάλαφρο αλλά απολύτως κερδοφόρο τρόπο αρέσκεται να παίζει νυχθημερόν. Η ιστορία ξεκινά από μια κηδεία ως παρωδία. Του «μεγάλου» που τον εμπόδιζε να πάει… μπροστά. Εκεί στην κηδεία θα κλείσει και… μπίζνες. Ως ευτυχής και φιλόδοξος παίκτης θα θελήσει να γίνει ιδιοκτήτης και κτήματος με κοιτάσματα θείου, εξάλλου η Σικελία  του φαίνεται εξωτική. Εκεί στην «εξωτική» Σικελία θα γνωρίσει και την Ειρήνη. Μια αινιγματική ξένη που παίζει χρηματιστήριο και οικονομικοχρηματοπιστωτικά στα δάχτυλα. Κι απ’ αυτή τη στιγμή η ζωή του θα γίνει διπλή: η ζωή του με την Ειρήνη και η ζωή του χωρίς την Ειρήνη. Η ζωή του στα σαλόνια της μαντάμ Μανιάκ και η εμμονή του για τη μεσογειακή μορφή της Ειρήνης. Η τρυφηλότητα και ο άστατος χαρακτήρας του από τη μια κι από την άλλη μια αλλόκοτη ανάγκη για απόλυτο δέσιμο με μια γυναίκα που θα μπορούσε και να είναι το άλτερ έγκο του, στο πιο επιτυχημένο και στιβαρό απ’ ό,τι θ’ ανακαλύψει με τρόπο πικρό στο μέλλον.

Θα συναντηθούν στη Σικελία για να διεκδικήσουν ακριβώς τα ίδια. Ο Λιούις θα νικηθεί κατά κράτος, αν και κατ’ αρχάς θα φανεί νικητής. Θα θελήσουν «μαζί» να νικήσουν τον απολύτως συγγενικό χαρακτήρα, θα ταξιδέψουν παντού, στην Κωνσταντινούπολη και μετά στην Ελλάδα, θα θελήσουν να ζήσουν μια ήρεμη, καθημερινή κι ανθρώπινη, συζυγική ζωή. Για κάποια περίοδο κιόλας θα πιστέψουν ότι μπορεί και να το καταφέρουν. Έως τη στιγμή που, επιστρέφοντας στο Παρίσι, η Ειρήνη θ’ αρχίσει να δουλεύει… κρυφά.

Ο Λιούις θα συνειδητοποιήσει ότι έχει να αντιμετωπίσει και ένα απολύτως ανικανοποίητο από αγάπη σκοτεινό παρελθόν, «μια πολύ σκληρή ζωή∙ παιδική ηλικία χωρίς γυναίκες, νεότητα χωρίς γονείς», και με πολύ αυτοοικτιρμό. Το χρηματιστήριο και οι μπίζνες ίσως ήταν μια λύση. Εξάλλου, είχε τον τρόπο πάντα να είναι αυτός ο νικητής. Με την Ειρήνη, όμως, θ’ αλλάξουν τα δεδομένα. Η αγάπη τους δεν θα σταθεί ικανή να νικήσει το πάθος για το «παιχνίδι», η σχέση τους –όντας απολύτως ανώριμοι και διψασμένοι και εξουσία–, θα γίνει μέσα στον χρόνο σκληρά ανταγωνιστική. Και, δυστυχώς για τον Λιούις, η Ειρήνη πάντοτε θα κερδίζει! Ο Λιούις, άλλωστε, δεν έκανε τίποτε για να κερδίσει την εκτίμηση της Ειρήνης «πιστεύοντας ακράδαντα πως μας αγαπάνε κυρίως για τα ελαττώματά μας. Έτσι συνέχιζε να διαχειρίζεται λανθασμένα την ευτυχία του». Εξάλλου, χρειάζεται ταλέντο και στην ευτυχία, όταν για χρόνια είναι «άγνωστη χώρα» είναι πολύ δύσκολο μετά να γίνεις ευτυχής. Στην Ειρήνη θα τον απομακρύνει εκείνο που τον είχε ελκύσει, έτσι δεν γίνεται πάντοτε με τις ερωτικές διαφορές; «Αυτό που του άρεσε στην Ειρήνη ήταν η αυθεντικότητά της. Είχε λατρέψει τούτη την αυθεντικότητα, μέχρι το σημείο να μην μπορεί πια να την ανεχτεί». Ωστόσο το κοινό πάθος για το χρηματιστήριο και για τις μπίζνες θα αποτελέσει και για τους δυο οικονομική επιτυχία, «η αγάπη δεν αργεί να ρημάξει ζωές εκεί που δεν το περιμένεις» εάν δεν είσαι γεννημένος γι’ αυτήν.

Ένα βιβλίο που αναπαριστά με αδρές, ειρωνικές, ανάλαφρες, απίστευτα γρήγορες πινελιές μια σκληρά ανταγωνιστική, αν και απολύτως τρυφηλή, εποχή. Μια κοινωνία με ωραία σπίτια και πολυτελή διαβίωση, μια κοινωνία με θεό το χρήμα και μια απολύτως επιφανειακή, αν και κομψή, και με στυλ ζωή. Ο συγγραφέας θα την αντιμετωπίσει ακριβώς όπως της αξίζει. Αποτελώντας καθρέφτη της: με στυλ!  Σκιαγραφώντας την κοφτά, λιτά, γρήγορα, με διαρκή σκαμπανεβάσματα, σαν τις τιμές που ανεβοκατεβαίνουν καθημερινά στο χρηματιστήριο. Ο Πολ Μοράν κατορθώνει, τελικά, να διασώσει μιαν εποχή. Εγκιβωτίζοντας ευφυώς χρηματιστηριακές σελίδες, αποτελώντας κατ’ αυτό τον τρόπο, και αυτοσαρκαζόμενος τη δική του ζωή, πρόδρομο μοντερνιστή.

Ο Πολ Μοράν που γεννήθηκε στο Παρίσι το 1888, υπήρξε φίλος του Προυστ, του Κοκτό, του Ζιροντού και της Κοκό Σανέλ, σύζυγος της Ελληνορουμάνας πριγκίπισσας Ελένης Σούτσου, λάτρης των ωραίων γυναικών και των αυτοκινήτων, συνεργάτης της κυβέρνησης του Βισί και πρέσβης στη Βέρνη και στο Βουκουρέστι, έπαιξε κι έχασε πολιτικά, ζώντας την άνοδο και την πτώση προσωπικά, ωστόσο εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1968 για να πεθάνει πάντα στο Παρίσι το 1976. Αφήνοντας πίσω του 80 βιβλία. Ανάμεσά τους και τα: «Ο βιαστικός», «Βενετίες», «Ταξίδια», «Οι εκκεντρικοί», «Η αύρα της Σανέλ» και «Λιούις και Ειρήνη» που κυκλοφορούν και στα ελληνικά.