Ο πεζογράφος κι άξιος λογοτέχνης, μυθοπλάστης Φώτης Θαλασσινός γεννήθηκε στην Κω το 1977  κι εμφανίστηκε στα Γράμματα το 2003 με τα «Μαύρα μαργαριτάρια» (από τις εκδόσεις Εμπειρία). Το «μαύρο» δεν είναι «κιαροσκούρο», είναι αβυσσαλέο κι ερεβώδες, τόσο που –διά της ομοιοπαθητικής μεθόδου– θέλεις να επιστρέψεις επειγόντως στο Φως το γαληνό, το λαγαρό προκειμένου να ξανανασάνεις ελεύθερα, λες κι είσαι αυτοδύτης με το κεφάλι κάτω από το νερό για δύο ώρες (τόσο χρειάζεται για να διαβάσεις τα βιβλία του μεγαλόφωνα). Αυτό είναι κι ο δημιουργός αυτών των μαύρων διαμαντιών: αυτοδύτης, σφουγγαράς που ψάχνει για πολύτιμους λίθους και μέταλλα, στα βαθιά, στα αχανή του Συλλογικού Ασυνείδητου. Κι επειδή, όπως είπε ο Αύγουστος Στρίντμπεργκ στο νεκροκρέβατό του, «δεν υπάρχει τίποτα το προσωπικό», αυτά τα «βένθεα αλός» δεν είναι ατομική ιδιοκτησία του Θαλασσινού. «Η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στ’ ακρογιάλια», γράφει ο Σεφέρης. Μόνον που μερικοί ναυαγοί την κουβαλούν εντός τους, στο βλέμμα τους, σαν πατημένος πανσές, την κουβαλούν στις συναναστροφές και στις συγκρατημένες ή ανεξέλεγκτες δημόσιες εκφράσεις και δράσεις τους. Είναι η νοσταλγία της τρικυμίας και το κυνήγι της θύελλας η χίμαιρα αυτού του πολύ σημαντικού νέου συγγραφέα, που θα μείνει πάντα νέος, αφού έχει βάλει στοίχημα με τον Θάνατο να μην του χαριστεί αλλά να τον κυνηγήσει ο ίδιος, σχεδόν ερωτικώ τω τρόπω.

Και φτάνουμε στο βασικό συστατικό στοιχείο της θεματικής και της μυθολογίας του Φώτη Θαλασσινού: το σεξ ως ομολογουμένη αποτυχία του τέλειου έρωτα, του ιδανικού, του ανέφικτου, του ουτοπικού. Το σεξ, που μέσα στη χυδαιότητά του παύει να είναι βρώμικο και γίνεται ναρκισσιστική φυγή στο είδωλό μας… Μέσα στον καθρέφτη ανακαλύπτει και πλάθει ο καλός συγγραφέας τα πρόσωπά του. Δεν είναι όμως «δράμα του εγώ» (“ich-drama”) αυτοί οι δραματικοί μονόλογοι σε πρώτο πρόσωπο με έντονο το στοιχείο της θεατρικότητας. Ακόμα κι η αυτο-προσωπογραφία ΕΙΝΑΙ μυθοπλασία, καθότι κανείς μας δεν μπορεί να δει πραγματικά τον εαυτό του μέσα από το τούλι, το πέπλο, τα επτά πέπλα της Ίσιδος-Σαλώμης που κρύβουν τους οφθαλμούς και καθιστούν το Φως της Αλήθειας απροσπέλαστον τοις ανθρωπίνοις οφθαλμοίς. Η Ομορφιά λοιπόν εδώ, σε αυτό το πεζογραφικό σύμπαν πόρρω απέχει του αρχαιοελληνικού Κάλλους, όσο κι αν το προϋποθέτει ή το υπονοεί. Η φτώχεια, η εξαθλίωση, η κοινωνική απομόνωση, ο εγκλεισμός δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες που αποκλείουν ισότιμες, μακροχρόνιες «υγιείς» σχέσεις ερωτικού τύπου που κτίζονται βαθμιαία και βασίζονται στον αμοιβαίο σεβασμό και στην κατανόηση. Όχι, εδώ η παραβατικότητα σε συνδυασμό με τη διαφορετικότητα στήνουν έναν χορό βακχικό, δημιουργούν έναν «θίασο» εξ αντιθέτου: Μαινάδες και Βάκχες, Σειληνοί και Σάτυροι, ανώδυνοι ψυχιατριζόμενοι κι ανέφελοι, ανεγκέφαλοι μικροαστοί πρωταγωνιστούν σε ένα δράμα όπου όλοι είναι νεκροί εξ αρχής κι ως εκ τούτου έχουν αποτύχει να αναστήσουν τη Ζωή εντός τους.

Η Ζωή είναι το ζητούμενο κάτω από τις γραμμές, σε αυτό το αιρετικό κείμενο ενός ιδιοφυούς λογοτέχνη που θα μείνει στην Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ως μαύρο μαργαριτάρι, λαμπερό ωστόσο. Η ομιλούσα φωνή αφηγείται τους πόθους και τα πάθη μιας γενιάς και μιας κατηγορίας ανθρώπων που βρέθηκαν εγκλωβισμένοι στον ιδιωτικό τους λαβύρινθο και μόνον οι ηρωικές πράξεις εξόδου καθώς κι οι αυτοκαταστροφικές πράξεις θανάτου μπορούν να ραγίσουν ίσως το γυαλί και να δουν έξω από τις ρωγμές του έναν κόσμο ευτυχισμένων, ηλιόλουστων υπάρξεων, ακριβώς όπως οραματιζόταν ο Σωκράτης τη θέα έξω από το πλατωνικό «σπήλαιο των ιδεών». Ο συγγραφέας ξέρει πως το έρεβος είναι περιττό, πως η χαρά, η ευτυχία, ο έρωτας (ουράνιος και πάνδημος), η ευτυχία εν τέλει είναι το ζητούμενο, όμως δεν τολμά να τη διακηρύξει και να τη διεκδικήσει παρά μόνον εξ αντιθέτου, διά της παθητικής στάσεως, διά της ανατολίτικης και φιλοσοφημένης μη δράσεως.

Η ιδεολογία που συνέχει τη σαφέστατη κι εστιασμένη θεματική είναι συνυφασμένη με το ανέφικτο της επί γης ειρήνης κι ευτυχίας, αφού το ερωτικό ένστικτο έχει προ πολλού νικηθεί από το αντίπαλο δέος του ενστίκτου της καταστροφής.

Η αισθητική που συνεπάγεται από τη μείξη θεματικής και ιδεολογίας παρέχει στον αναγνώστη τη βολική ελπίδα πως μπορεί τάχα αυτός, ως συνδημιουργός παρόντος και μέλλοντος, μπορεί να πλάσει μία ευτυχία περισσότερο «φωτεινή» κι αισιόδοξη στα μέτρα του ρομαντισμού του. Ακριβώς περί αυτού πρόκειται. Το ρομαντικό κίνημα «Θύελλα και Ορμή» (“Sturm und Drag”) είναι που χαρακτηρίζει τόσο τα γραπτά όσο και τη σύνολη προσωπικότητα του διονυσιακού Φώτη Θαλασσινού με την απρόσμενη απολλώνεια γαλήνη.

Γιατί δεν μπορούμε φυσικά να διαχωρίσουμε το έργο από τον βίο και την πολιτεία ενός δραματουργού που μιλάει με αφορμή τον εαυτό του για τα δεινά του σύγχρονου Σίσυφου, αλλά και του Ταντάλου επίσης.

Πιο κοντά στους Γάλλους συμβολιστές των αρχών του προηγούμενου αιώνα ο Έλληνας συγγραφέας θέλγεται από το Σκότος γιατί έχει λουστεί στο Φως τόσο πλέρια ώστε να καταστεί αθάνατος και ν’ αποκτήσει μια δευτερογενή ναυτία για κάθε τι απλό κι αληθινό, ενώ το γκρι και το σκούρο ενέχουν τα εχέγγυα κάποιας εθιστικής τοξικότητος.

Με άλλα λόγια θέλω να πω πως αυτά τα γραπτά, έτσι όπως τα μελετώ μέσα στα χρόνια, είναι μεθυστικά, κυκλοφορούν υπόγεια κάτω από την κουρασμένη λογική μας, λειτουργούν σαν απογειωτική μεσκαλίνη, χυμός του κάκτου που τον λένε «Αγαύη» και δεν ήταν τυχαίως η μάνα του Πενθέα στις «Βάκχες» του Ευριπίδη.

Πρόκειται για μια αφήγηση αρχετυπική, βρίθουσα συμβόλων, πλούσια σε κώδικες και καλοχτισμένη με αντιθετικά στοιχεία, πάντα τα ίδια: το σκληρό με το μαλακό και το άθραυστον με το ψαθυρόν… Αυτή η τεχνική ξεφεύγει από το άσπρο-μαύρο κι επιτρέπει στην αφάνταστη πολυχρωμία του κόσμου να λάμψει μέσα από το τεχνουργημένο πρίσμα ενός ευφάνταστου συγγραφέα που χρησιμοποιεί τον εαυτό του σαν πειραματόζωο και τον ανατέμνει με την ακεραιότητα και την ψυχρότητα εντομολόγου τινός…

Αυτά τα αφηγήματα είναι ιδιότυπα, υβριδικά. Κάπου μεταξύ σελίδων ημερολογίου, πεζών ποιημάτων και διδακτικών αφηγημάτων, με έντονη χρήση μιας μπαρόκ νουάρ μυθολογίας, που είναι όμως και «ποπ» και «ροκοκό» ενίοτε. Φτάνει να πέσουν σε αναγνώστες με διευρυμένη αίσθηση του χιούμορ, που δεν διαβάζουν κυριολεκτικώς αλλά πετούν λοξοειδώς ανάμεσα από τις γραμμές, τις τελείες και τις σκούρες ζώνες, αναζητώντας μιαν άλλη ανοιξιάτικη, ευάερη κι ευήλια ευτοπική «πραγματικότητα».

Το «σαμάνικο» και προφητικό στοιχείο είναι πολύ έντονο σε αυτήν την ιδιότυπη, μοναχική και μοναδική γραφή, με αποτέλεσμα να έχουμε έναν σύγχρονο «μάγο» που καλόν είναι να τον αναγνωρίσουν εγκαίρως οι σύγχρονοί του, αφού δεν χρειάζεται την επιπρόσθετη μυθολογία ενός άκαιρου θανάτου για να λάμψει στις συνειδήσεις όλων μας σαν διαμάντι, σπάνιο και κατειργασμένον.