Η γραφή είναι η ψυχή μας. Όχι μόνο γιατί είναι αυτή που επιβιώνει του σαρκίου μας, όχι γιατί αυτή κατισχύει του Θανάτου, αλλά γιατί είναι μια διαρκής παρουσία, κραυγή ζώσα, αλαζονικός επ-αρμός που επιβεβαιώνει το είναι μας, στην Ύλη. Το πνεύμα χαμογελά γαλήνιο σαν το ταπεινό χαμομήλι κάθε φορά που γράφουμε αφήνοντας τα σημάδια μας στο χαρτί ή στη φωτεινή οθόνη. Χαμογελάει με την ύβριν που διαπράττουμε και διά του φόβου, διά του ελέους, μας επαναφέρει στην ήσυχη ή ταραγμένη καθημερινότητά μας. Η γραφή είναι μια εξαίρεση στην απραξία, είναι το αντίθετο της σιωπής και σιωπή η ίδια, αφού ό,τι μας κατακτά κατακτιέται κι από εμάς χάνοντας τη διαφορετική πολικότητά του. Εξίσωση δυναμικού. Δυναμική ισορροπία αρσενικού-θηλυκού, φωτός-σκότους, καλού-κακού, άσπρου-μαύρου, μέρας-νύχτας.

Η Χριστίνα Κόλλια, που γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα, σπούδασε και Χρηματοοικονομικά και Συμβουλευτική Υγείας (οποία αρμονία –συγκερασμός των συμπληρωματικών–, αναζήτηση τού Όλου). Δραστηριοποιείται στον χώρο του πολιτισμού κι απαλύνει τη βαριά δόνηση του πλανήτη μας που βιώνει τη μετάβασή του στο Φως ως μία γέννα επώδυνη κι επεισοδιακή.

Ο άντρας και η γυναίκα στις «Κραυγές ζώσες» της Χριστίνας Κόλλια μονολογούν παράλληλα με παραπλήσια λόγια, μέχρι τον συγκερασμό του τέλους. Τρία τα μέρη του βιβλίου: «Κραυγή σε τέμπο θηλυκό», «Κραυγή σε τέμπο αρσενικό», «Κραυγή σε τέμπο δυαδικό».

Εικονογραφημένη ποίηση υψηλής ευκρίνειας, σταθμός στην ένωση των αντιθέτων η λεκτική τους άμιλλα να επανακαθορίσουν τις θέσεις τους πριν ενωθούν εις Εν και αδιαίρετον Άπαν.

Μοναξιά και σιωπή συνέχει τους λακωνικούς στίχους μεταξύ τους. Ακόμα κι η οργιαστική έκρηξη του τέλους ηχεί σαν τα βεγγαλικά της Ανάστασης που απλώς τέμνουν για λίγο τις τροχιές τους. Ουδέν σταθερόν, ουδέν αιώνιον. Όλα αφετηρία για το αύριο που εμπεριέχεται στο απέραντο «τώρα». Η ρομαντική απαίτηση της διά βίου δεσμεύσεως δεν ισχύει στην ποιητική θεματολογία της Χριστίνας Κόλλια. Είναι υγιής γιατί είναι πραγματίστρια. Απολαμβάνει το παρόν δομώντας το μέλλον. Όσο για το παρελθόν η διττώς επαναλαμβανόμενη διαπίστωση και από τα δύο πρόσωπα (αντρικό και γυναικείο) είναι σαφής: «Σε εμπόλεμη ψυχή ζω. / Από τότε που γεννήθηκα. / Όχι / δε γεννήθηκα στη Σπάρτη. / Σε μια γειτονιά της Αθήνας / γεννήθηκα» (σελ.  9, 37, 43, 71).

Οι ανάλαφρες παραλλαγές του αντρικού και γυναικείου λόγου δημιουργούν μιαν αντιστικτική μελωδία ευπρόσδεκτον τα μάλα εις το εσωτερικόν ους του επαρκούς αναγνώστου. Η γυναίκα λέει: «Τ’ αδέλφια μου / ασελγούν στο μέλλον μου. / Τρέμουν / μη διαρρήξω τον κύκλο» (σελ. 23). Ο άντρας μονολογεί επαλλήλως: «Τ’ αδέλφια μου / νομοθετούν το μέλλον μου. / Προστάζουν / να διαφυλάξω τον κύκλο» (σελ. 57). Η γυναίκα βαυκαλίζεται ναρκισσιστικώς: «Εκλιπαρώ το Θεό μου: / “Είμαι όμορφη;” / “Σαν Εμένα” / καγχάζει. / “Για πόσο;” / θρηνώ αφελώς» (σελ. 13).  Ο άντρας έχει άλλην οπτική: «Προκαλώ το Θεό μου: / “Είμαι ο Ένας;” / “Ο Καθένας” / καγχάζει. / “Γιατί;”  / επιμένω αφελώς» (σελ. 47).

Είναι προφανές (από τα ελάχιστα δείγματα και τις σκόρπιες επισημάνσεις μου) ότι η δραματικότητα της γραφής και η θεατρικότητα του εικονογραφημένου και γεωμετρικώς δομημένου κειμένου υπερισχύουν της ποιητικής μονολογικότητας. Η Χριστίνα Κόλλια επιδιώκει να επικοινωνήσει διά του λόγου και της εικόνας με γλωσσικούς και παραγλωσσικούς κώδικες, αναζητά το Όλον και το ωκεάνιο συναίσθημα της ένωσης με το Άπαν, το Εν, το Μοναδικό και διαιρέσιμο.

Μια αυθεντική ποιητική μελωδικά λυρική φωνή που τείνει προς το θέατρο. Το μέλλον ευοίωνο και προσοδοφόρο. Ενεργειακώς.