«Αντίσταση και δωσιλογισμός στην κατοχική Αργολίδα»
”Έστι δίκης οφθαλμός ος τα πάνθ΄ ορά”

Η Γιόνα Μικέ Παιδούση, κόρη του γιατρού Απόστολου Παπαντωνίου και της Χρυσούλας Μπέικου, γεννήθηκε στους Δίδυμους της Ερμιονίδας. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση ως στέλεχος της ΕΠΟΝ στην Ερμιονίδα.

”Ο Κόκκινος Επιτάφιος” είναι αφιερωμένος σ’ έναν άταφο νεκρό, στον αδερφό της Γιόνας Μικέ Παιδούση. Το αφήγημα αυτό αποτελεί μια μαρτυρία για την εποχή της Αντίστασης και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τότε. Η Πελοπόννησος ήταν μια ιδιαίτερη περιοχή, όπου οι εμφύλιες συγκρούσεις πήραν τη μορφή ενός ανελέητου ολοκληρωτικού πολέμου, με άταφους ακόμη νεκρούς. Η συγγραφέας μεταφέρει τη βιωμένη εμπειρία της στην ανατολική Αργολίδα. Εγκατέλειψε την Αθήνα, όπου σπούδαζε στη Φιλοσοφική Σχολή και επέστρεψε στο χωριό της, τα Δίδυμα, όπου το περιβάλλον ήταν γενικότερα συντηρητικό και φιλοβασιλικό. Η Αργολίδα ήταν το προπύργιο φιλοβασιλικών κομμάτων. Η Γιόνα Μικέ Παιδούση άρχισε να συγκροτεί έναν πρώτο πυρήνα του ΕΑΜ κερδίζοντας την εμπιστοσύνη αρκετών νέων. Το καλοκαίρι του 1943 οι πρώτοι αντάρτες του ΕΛΑΣ μετέτρεψαν το χωριό Δίδυμα σε αντάρτικη βάση. Όμως, γερμανικά στρατεύματα με ενισχυμένα Τάγματα Ασφαλείας από το Ναύπλιο και την Κόρινθο, εισέβαλαν στα Δίδυμα συλλαμβάνοντας και δολοφονώντας τα πιο γνωστά μέλη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Η συγγραφέας παραθέτει όλα τα ονόματα όσων έφεραν τους Γερμανούς στο χωριό. Στη γειτονική Τροιζηνία επτά ΕΠΟΝίτες με επικεφαλής το μεγαλύτερο αδερφό της συγγραφέως δολοφονήθηκαν άγρια στην αυλή του Αγίου Χαραλάμπους και τα πτώματά τους πετάχτηκαν σ’ έναν ασβεστόλακκο.

«Ο Κόκκινος Επιτάφιος» αποτελεί μια αυτοβιογραφική αφήγηση από τις πιο διαφωτιστικές των τελευταίων ετών για την εποχή της Αντίστασης στην Ελλάδα. Η συγγραφέας, ως στέλεχος της τοπικής ΕΠΟΝ, μας παραθέτει τα απομνημονεύματά της. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο λόγος της που είναι φροντισμένος και χειμαρρώδης. Η γλώσσα της είναι έντονα περιγραφική και προσδίδει στο βιβλίο της λογοτεχνικά χαρακτηριστικά. Οι περιγραφές της, πλούσιες, σε αρκετά σημεία του βιβλίου μαρτυρούν τη λογοτεχνική της δεινότητα και ταυτόχρονα προσδίδουν δραματικό χαρακτήρα στην αφήγηση. Η συγγραφέας, παρ’όλο που ήταν ενεργό μέλος αντιστασιακής οργάνωσης, είναι εντυπωσιακά αντικειμενική και αυτό αποτελεί σπουδαίο προτέρημα, καθώς υπάρχουν ιστορικά στοιχεία στο αυτοβιογραφικό αυτό αφήγημα, και με τον τρόπο αυτό υπηρετείται η αλήθεια, η οποία είναι αναπόσπαστο στοιχείο της ιστορίας. Στη μνήμη του αδερφού της, ο οποίος έμεινε άταφος, καταθέτει την προσωπική της ιστορία και το γεγονός αυτό προσδίδει στο λόγο της πάθος και δραματικότητα. Το βιβλίο της αυτό, εκτός από την αλήθεια υπηρετεί και έναν άλλο ιερό σκοπό, ο οποίος ήταν ιερός από την αρχαιότητα, να τιμάται ο νεκρός με ταφή και ιεροτελεστίες. Αφού δεν επιτεύχθηκε αυτό, τον τίμησε με έναν επιτάφιο λόγο, τέτοιο που αρμόζει στους αγωνιστές της πατρίδας που θυσιάστηκαν για υψηλά ιδανικά και που, σύμφωνα με το Θουκυδίδη, ό,τι και να ειπωθεί για αυτούς φαντάζει μικρό και λίγο μπροστά στη θυσία τους.