Λέξεις που ματώνουν, βιβλία που στάζουν πάνω στα ράφια, πάνω στα πατώματα, πάνω στο χαλί το μαγικό που μας ταξιδεύει στο Φως κάθε που η πραγματικότητα μας στενεύει. Κι η κραυγή ένας λυγμός που δεν λέει να κοπάσει όσο περνούν τα χρόνια. Αντίθετα, γίνεται ολοένα και πιο αισθητός σε σύμπαντα άλλα, μακριά πολύ από ετούτη τη μουχλιασμένη σφηκοφωλιά με τους κηφήνες και τις κορδελιάστρες του ελέους.

Ποιήματα ποιητικής τα περισσότερα. Ποιήματα για την Αγάπη, τη Δικαιοσύνη, την Ελευθερία άλλα. Ποιήματα για το Φως όλα, εκείνο που η ψυχή αναγνωρίζει ως μητρίδα της κι Εστία της Ουρανία.

Ποίηση φωτολατρική και φωτολουσμένη από την Κοσμική Αγάπη, ποίηση αθώα και αγνή, τρέφεται όμως κι αυτή από το συκώτι του Προμηθέα το κατασπαραγμένο. Από το κομμένο κεφάλι του Πενθέα στάζει αίμα στα πλακάκια του λουτρού της Κλυταιμνήστρας κι ο Αγαμέμνων ένα ψάρι πιασμένο στα δίχτυα που πρέπει να γυρίσει στο χώμα αφού προηγουμένως περάσει από τα στομάχια μας. Θυέστεια δείπνα. Αρχαία τραγωδία.

Το δραματικό στοιχείο είναι έντονο στην ποίηση του Τόλη Νικηφόρου, όσο κι αν δεν δηλώνεται. Αντίθετα, ο μελοδραματισμός είναι περισσότερον αισθητός. Έως πρόδηλος.

Αντιφάσεις κι αντινομίες δεν ανιχνεύονται. Το κιαροσκούρο έχει απαλυνθεί, σχεδόν δεν ανιχνεύεται. Και πέρα από τη μεγαλοστομία των δηλώσεων επιμένει η ίδια ρητορική του Διαφωτισμού, με τα ιδανικά του νεορομαντισμού ξαναζωντανεμένα, ενώ ο νεοκλασικισμός περιορίζεται μόνο στο ομηρικόν «Φάος».

Στίχοι εμβληματικοί, σαν κατάθεση στην Αντιτρομοκρατική, σαν διαθήκη σε υποθηκοφύλακα της ξεχασμένης παραμεθορίου των στοχασμών μας. Ανυπέρβλητοι διχασμοί της μνήμης εξομαλύνονται από τη λυτρωτική ηδυπάθεια της γεροντικής γλυκύτητας.

Σαν τον καβαφικό γέροντα στο καφενείο, ο Βορειοελλαδίτης ποιητής κρατάει ως σταθερά απαράγραπτη του βίου του την αγάπη τη συζυγική και την αιώνια πίστη, στην οποία αναφέρεται με θρησκευτικούς, σχεδόν θεολογικούς όρους.

Ανάσα κι αναπτέρωσις αυτό το βιβλίο, μας βοηθάει να συμφιλιωθούμε περισσότερο και με τη ζωή και με τη γραφολατρεία μας. Σαν τελετουργία αγνώστου θεού που δεν απαιτεί θυσίες άλλες από το αίμα των σωθικών μας κι αυτή τη διαρκή απόξεση της μνήμης, που πρέπει να πονεί για να υπάρχεις ποιητικώς (και καλλιτεχνικώς, ίσως)…

Ο Τόλης Νικηφόρου στο 37ο βιβλίο του έφτασε στην πλήρη ποιητική του ωριμότητα.

Μένει τώρα να δρέψει τους καρπούς της δάφνης που του απονεμήθηκε από την αληθινή Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εκείνης που δεν μετριέται με επαίνους και βραβεία, αλλά με τη ζωντανή ανθρώπινη λαλιά. Τη δακρυσμένη. Μ’ εκείνον τον κόμπο στον λαιμό που γνώριζαν όλοι οι αυθεντικοί εργάτες τού ονείρου.

Περιμένω τώρα άλλα, πεζογραφικά, περισσότερο «προσωπικά» γραπτά από την πένα του φίλου Τόλη Νικηφόρου. Γιατί η ποίηση, όσο κι αν προσπαθούμε, όσο κι αν το νομίζουμε, δεν μιλάει ποτέ για εμάς τους ιδίους, αλλά για τους άλλους. Πάντα. Όταν Ποίησις είναι.