Μοναξιά και ερωτική αφύπνιση

Ο Joseph Sheridan Le Fanu γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1814. Ο πατέρας του ήταν ιερέας της Αγγλικανικής Εκκλησίας. Σπούδασε Νομικά στο Trinity College, αλλά δεν άσκησε ποτέ τη δικηγορία. Ως δημοσιογράφος ξεκίνησε την καριέρα του από το Dublin University Magazine το 1837. Το 1861 έγινε εκδότης και ιδιοκτήτης του περιοδικού, στο οποίο δημοσιεύθηκαν σε συνέχειες πολλά από τα έργα του. Το 1844 παντρεύτηκε τη Susanna Bennett με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Ο θάνατός της το 1858 του προκάλεσε βαθιά θλίψη την οποία διοχέτευσε στις ιστορίες του. Πέθανε στο Δουβλίνο το 1873. Τα έργα του είχαν σχεδόν ξεχαστεί μέχρι το 1923, όταν ο μελετητής και συγγραφέας M. R. James εξέδωσε μια συλλογή διηγημάτων του με τίτλο “Madam Crowl’s Ghost and Other Tales of Mystery”. Η «Καρμίλλα» δημοσιεύτηκε αρχικά στο μηνιαίο περιοδικό “Dark Blue” και συμπεριλήφθηκε στη συλλογή διηγημάτων “In a Glass Darkly” που εκδόθηκε το 1872.

Ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι, η Λώρα, μένει σε έναν απομονωμένο πύργο στη Στυρία (ομόσπονδο κρατίδιο της Αυστρίας) με τον πατέρα της, συνταξιούχο στρατιωτικό. Περιβάλλεται από γκουβερνάντες και υπηρέτριες που την φροντίζουν με αγάπη αφότου πέθανε η μητέρα της, όταν εκείνη ήταν μωρό. Σε ηλικία περίπου έξι ετών έχει μια πρώτη αλλόκοσμη εμπειρία: ξυπνάει ξαφνικά μέσα στη νύχτα και βλέπει δίπλα στο κρεβάτι της μια όμορφη νεαρή γυναίκα που για να την καθησυχάσει τη χαϊδεύει με τα απαλά της χέρια και ξαπλώνει δίπλα της στο στρώμα. Αποκοιμιέται και στη συνέχεια ξυπνά πάλι με ένα τρομερό αίσθημα, σαν δύο αιχμηρές βελόνες να βυθίστηκαν ταυτόχρονα βαθιά στο στήθος της. Όταν βάζει τις φωνές, η νεαρή γυναίκα γλιστράει από το στρώμα στο πάτωμα και εξαφανίζεται. Χρόνια μετά, σε έναν περίπατο στο δάσος, πατέρας και κόρη θα συναντήσουν μία αριστοκρατική άμαξα που μεταφέρει δύο γυναίκες, μητέρα και κόρη. Η μητέρα θα εμπιστευθεί την κόρη της για διάστημα μερικών μηνών στους ενοίκους του κάστρου, επικαλούμενη κάποιες δικές της, πολύ σοβαρές, υποθέσεις που πρέπει πρώτα να διευθετήσει. Όπως αποδεικνύεται, η Καρμίλλα, που έχει περίπου την ίδια ηλικία  με τη Λώρα, είναι η οπτασία που είχε δει στην παιδική της ηλικία. Μετά την αναγνώρισή τους οι δύο κοπέλες γίνονται φίλες. Η Λώρα αισθάνεται έλξη και ταυτόχρονα μια αποστροφή για το όμορφο κορίτσι, που είναι λίγο νωχελικό και εύθραυστο. Μια ανεξήγητη επιδημία που απλώνεται στην περιοχή θα προσβάλει και τη Λώρα. Έτσι αρχίζει να ξετυλίγεται σιγά-σιγά το νήμα που θα οδηγήσει στην αποκάλυψη της Μιλλάρκα-Καρμίλλα που είναι ο βρικόλακας της κόμισσας Μιρκάλλα Κάρνσταϊν, το μνήμα της οποίας βρίσκεται στο νεκροταφείο του γειτονικού, εγκαταλελειμμένου, χωριού.

Ο Λε Φανού ξεδιπλώνει την ιστορία του με αριστοτεχνικό τρόπο, από την εμφάνιση της Καρμίλλα, την κάθοδο της Λώρα στον κόσμο των παραισθήσεων, την αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας της φιλοξενούμενης και την εξόντωσή της. Την ιστορία αφηγείται η ίδια η Λώρα με μια αίσθηση νοσταλγίας, περίπου δέκα χρόνια μετά. Τι την τράβηξε στην Καρμίλλα και πώς δέθηκε μαζί της; Ήταν η επιθυμία της να αποκτήσει μια φίλη στο απομονωμένο περιβάλλον όπου ζούσε ή  μία ομοφυλοφιλική κλίση; Οι μελετητές του έργου, όπως αναφέρει στην κατατοπιστική εισαγωγή της η Μαρία Γιακανίκη, μεταφράστρια και μία εκ των δύο ιδρυτών του  εκδοτικού οίκου Ars Nocturna που ασχολείται με τη γοτθική λογοτεχνία, φαίνεται να αποδέχονται και τα δύο. Εξάλλου, η ύπαρξη των βρικολάκων συνδέεται πάντα με την ερωτική επιθυμία. Η έκδοση συμπληρώνεται με το διήγημα «Φασματικοί εραστές», στο οποίο ένας νεαρός χαροκόπος, επιστρέφοντας από ξενύχτι στο σπίτι του στις εξοχές του Δουβλίνου, συναντά ένα περίεργο σύνταγμα Ιρλανδών στρατιωτών και οδηγείται τελικά σε ένα σπίτι όπου βρίσκονται ένας άνδρας και μία γυναίκα τους οποίους βαραίνει η δολοφονία του νεογέννητου (εκτός γάμου) παιδιού τους. Δεν αναφέρεται γιατί το συγκεκριμένο διήγημα εντάχθηκε στην «Καρμίλλα», ούτε περισσότερα στοιχεία για αυτό. Το σίγουρο είναι πως επιβεβαιώνει τη μαεστρία του συγγραφέα στην εξιστόρηση ιστοριών τρόμου που τον καθιστούν ισάξιο με τον (επίσης  Ιρλανδό) Μπραμ Στόουκερ, του περίφημου «Δράκουλα».