Η ηλικιωμένη μητέρα της Άννας πεθαίνει. Καταδικασμένη από τον οίκτο των παιδιών της να υποβάλλεται σε ολοένα και πιο απέλπιδες ιατρικές παρεμβάσεις, στρέφει την προσοχή της στο παράθυρο του νοσοκομειακού θαλάμου και δραπετεύει στα οράματά της. Όταν το δάχτυλο της Άννας εξαφανίζεται και, λίγους μήνες αργότερα, το γόνατό της έχει την ίδια τύχη, η Άννα νιώθει κι η ίδια την έλξη του παραθύρου. Αρχίζει να διαπιστώνει ότι παντού γύρω της άνθρωποι επίσης εξαφανίζονται, αλλά κανείς άλλος δεν το προσέχει. Το μόνο που μπορεί να κάνει η Άννα είναι να κρατήσει τη μητέρα της στη ζωή. Ωστόσο, το παράθυρο ολοένα και ανοίγει, τραβώντας την Άννα και τον αναγνώστη ακόμα βαθύτερα σε μια υπέροχη κι απόκοσμη ιστορία για τη θλίψη και το τυχαίο, για την απώλεια και την αγάπη, καθώς και για τους παπαγάλους με την πορτοκαλιά κοιλιά.
Σαν μια θύελλα από αποκαΐδια μετά την έκρηξη του ηφαιστείου, εν μέρει ελεγεία, εν μέρει όνειρο, εν μέρει όραμα ελπίδα, το μυθιστόρημα Η ζωντανή θάλασσα που ονειρευόταν ξύπνια χαρακτηρίστηκε ήδη από τις πρώτες μέρες της έκδοσής του ως ένα από τα σημαντικότερα έργα του κορυφαίου Τασμανού συγγραφέα.