«Τρία πάθη, απλά αλλά ακαταμάχητα ισχυρά, καθόρισαν τη ζωή μου: η λαχτάρα για αγάπη, η αναζήτηση της γνώσης και η αφόρητη λύπη για τη δυστυχία της ανθρωπότητας»

Μπέρτραντ Ράσελ

Στο βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Η τρομοκρατία της Δύσης» ο Νόαμ Τσόμσκι, καταξιωμένος γλωσσολόγος και μια από τις σημαντικότερες φωνές κοινωνικής κριτικής και στοχασμού των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, συζητά με τον Αντρέ Βλιτσέκ, Τσέχο συγγραφέα, κινηματογραφιστή και ερευνητή δημοσιογράφο, γύρω από τη δύναμη και προπαγάνδα της Δύσης, καθώς και την ευθύνη των δυτικών κρατών για τις αναρίθμητες σφαγές, «την κατάσταση από τη Χιροσίμα μέχρι τον πόλεμο με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, από τις απαρχές της αποικιοκρατίας έως τις σύγχρονες μεθόδους στις οποίες έχει καταφύγει ο δυτικός προπαγανδιστικός μηχανισμός». (σελ.17)

Η συζήτηση ξεκινά με την τοποθέτηση του Αντρέ Βλιτσέκ ότι περίπου πενήντα πέντε εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου ως άμεση συνέπεια του δυτικού ιμπεριαλισμού. Σε ένα διαφωτιστικό πρόλογο του βιβλίου περιγράφεται η στενή φιλία των δυο ανδρών και αναφέρεται ότι αυτές οι συναρπαστικές συζητήσεις έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια δυο ημερών με την πρόθεση της παραγωγής ενός ντοκιμαντέρ. Συνταιριάζεται μια ιστορική αφήγηση με τις προσωπικές εμπειρίες των δύο ανδρών όσον αφορά στη θεματική του δυτικού ιμπεριαλισμού. Αποτελεί μια ισχυρή κριτική του ρόλου της Δύσης στον κόσμο που θα εμπνέει όλους αυτούς που το διαβάζουν να σκέφτονται ανεξάρτητα και κριτικά. Υπάρχει παντού, σε κάθε σημείο του βιβλίου έντονη η βαθιά συμπάθεια και συμπόνια για όσους πέφτουν θύματα ως αποτέλεσμα του τρόπου με τον οποίο ο κόσμος είναι οργανωμένος.

Όπως αναφέρει ο Νόαμ Τσόμσκι: «Δυστυχώς, είναι οξύτατος ο ανταγωνισμός ως προς το ποιο είναι το μεγαλύτερο έγκλημα το οποίο έχει διαπράξει η Δύση. Όταν ο Κολόμβος αποβιβάστηκε στο δυτικό ημισφαίριο, υπήρχαν κατ’ εκτίμηση ογδόντα με εκατό εκατομμύρια άνθρωποι, οι οποίοι διέθεταν προηγμένο πολιτισμό: εμπόριο, πόλεις κτλ. Λίγο καιρό αργότερα το 95% εκείνου του πληθυσμού είχε εξαφανιστεί» (σελ. 22). Ο Αντρέ Βλιτσέκ σημειώνει: «Ιστορικά, το ίδιο συνέβη στην περίπτωση σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών αποικιοκρατικών αυτοκρατοριών. Τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν τα κατασκεύασε η ναζιστική Γερμανία, αλλά η Βρετανική Αυτοκρατορία: στην Κένυα και στη Νότια Αφρική. Και, φυσικά, το Ολοκαύτωμα το οποίο εξαπέλυσαν οι Γερμανοί με στόχο τους Ευρωπαίους εβραίους και Ρομά δεν ήταν το πρώτο γερμανικό ολοκαύτωμα∙ είχαν εμπλακεί σε τρομερές σφαγές στο νότιο άκρο της Νότιας Αμερικής, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Γερμανία είχε ήδη εξολοθρεύσει την πλειονότητα της φυλής των Χερέρο, στη Ναμίμπια» (σελ.25).

Ο Βλιτσέκ μοιράζεται με τον Τσόμσκι μια οπτική που ερμηνεύει τον κόσμο στη βάση ενός βαθιάς δομής ηθικού και πολιτικού κατηγορητηρίου που απευθύνεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό. Το βιβλίο μάς αφήνει με μια αίσθηση ότι αγνοούμε σημαντικά δρώμενα τα οποία λαμβάνουν χώρα σε τομείς πέρα από τα όρια της συνείδησής μας. Σχεδόν όλοι μας αγνοούμε τις τεράστιες αδικίες επειδή λαμβάνουν ελάχιστη προσοχή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η πρόσβασή μας σε εναλλακτικές πηγές είναι πολύ περιορισμένη για τους περισσότερους από εμάς. Το βιβλίο αυτό αξίζει να διαβαστεί μόνο και μόνο για να κατανοήσουμε αυτό το χάσμα ανάμεσα στην ιστορική πλάνη και στην ιστορική πραγματικότητα.