Ήδη από την πρώτη του πεζογραφική απόπειρα ο έμπειρος δημοσιογράφος και νομικός Βασίλης Κοντογουλίδης, που γεννήθηκε το 1966 στη Θεσσαλονίκη και είναι διευθυντής στο Δημοτικό Ραδιόφωνο της Θεσσαλονίκης, καταδεικνύεται ως ένας ώριμος πεζογράφος κινηματογραφικού βεληνεκούς με ψυχογραφικές δεξιότητες απαράμιλλες. Αν δεν είχε βιογραφικό στο αυτί του βιβλίου και δεν ήξερα ότι είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ, θα νόμιζα πως είναι ψυχαναλυτής, ψυχοθεραπευτής ή ψυχολόγος με μακρά κλινική πείρα.

Αυτό που τον ξεχωρίζει όμως από άλλους συγχρόνους του και συνομηλίκους του είναι η λακωνικότητα της περιγραφής, η ευστοχία της λιγομίλητης αφήγησης, η καίρια ατάκα, η γοργή στιχομυθία, παράπλευρο κέρδος ίσως από τη μακρά δημοσιογραφική του πορεία, ειδικά στον απαιτητικό χώρο των συνεντεύξεων.

Σε αυτό το πρώτο του πόνημα, που κατατάσσεται ευλόγως στο λογοτεχνικό είδος της νουβέλας, εκτός από την ιστορία την ισομοιρασμένη στα δύο, τοιχογραφείται και μια ολόκληρη εποχή. Ειδικά το κεφάλαιο «Στέφανος, περίπτωση ανθρώπου» (σελ. 34-42) είναι αμιγώς πολιτικό και συνοψίζει την ιστορική περιπέτεια της Ελλάδας από το 1980 έως και σήμερα. Φανταστείτε: μέσα σε εννέα μόλις σελίδες ένα ψυχογραφικό δοκίμιο συνεκδοχικό εικονογραφεί εκ των έσω τους πολιτικούς σεισμούς που τάραξαν καθαρές συνειδήσεις και καλοπροαίρετους, δημιουργικούς και παραγωγικούς ανθρώπους. Όχι, δεν ρίχνει το φταίξιμο σε κάποιον συγκεκριμένα, δεν ενοχοποιεί, δεν αναζητεί αποδιοπομπαίους τράγους και «φαρμακούς» κατά το συνήθειο των αρχαίων, μοιάζει όμως σαν να μας κατευθύνει προς το σωκρατικό «γνώθι σαυτόν» και την επιτακτική ανάγκη της αυτοβελτίωσης (υγιής και μοναδική προϋπόθεση κάθε μεγάλης αλλαγής σε κοινωνικό επίπεδο).

Ο ήρωάς του είναι υποδειγματικός συνειδητός, ενεργός πολίτης, με αξιοσημείωτη προσφορά στο σύνολο, είναι ιδεαλιστής, σεμνός και ταπεινός, ολιγαρκής, καταναλωτικός μόνον ως προς τα βιβλία και την Τέχνη, ερωτικός κι ερωτεύσιμος, φανατικός λάτρης του άλλου φύλου, αλλά πληγωμένος, «αποτυχημένος» ήδη δυο φορές στον έρωτα. Κι όταν έρχεται η ώρα να «τριτώσει» το κακό, τότε εκείνος, αντί να μισήσει το ανθρώπινο είδος και να το καταραστεί, επιλέγει να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες δωρεάν σε ένα απομονωμένο χωριό στο οποίο δεν ξέρει αν θα μπορέσει καν να φτάσει με το απηρχαιωμένο σαραβαλάκι που οδηγεί. Έπειτα από χρόνια διευθυντής νοσοκομείου και καθηγητής Ιατρικής δεν έχει ούτε ένα διαμέρισμα και μένει σε σαράντα τετραγωνικά με ενοίκιο!!! Όχι ο αντιπροσωπευτικός τύπος νεοέλληνα –σίγουρα– αλλά «τύπος και υπογραμμός», άνετος, καθαρός, ξεκάθαρος απέναντι στον εαυτό του και στους άλλους, ο Ρομπέν της Δημόσιας Υγείας, ο αδιάφθορος των νοσοκομείων, ο ιδανικός καθηγητής που αντιμάχεται το ακαδημαϊκό κατεστημένο… όμως έχει ένα ελάττωμα: είναι looser στα ερωτικά, βαθιά πεπεισμένος ότι θα αποτύχει κι αυτή τη φορά, αν και είναι ανοικτός, κάνει ό,τι μπορεί και δεν μπορεί για να μην γίνει ακόμα ένα παράδειγμα αυτοεπαληθευόμενης προφητείας, όμως φαίνεται ότι ο ντετερμινισμός καλά κρατεί όπως ήδη δηλώνεται από το motto του βιβλίου:  «Ό,τι είναι να γίνει θα γίνει…». Το κισμέτ, η αδυναμία του ατόμου να υπερβεί τη μοίρα, οι πρωταρχικές πληγές που χαράσσουν ανεπανόρθωτα τις εφηβικές ψυχές και «το σπασμένο γυαλί» δεν ξανακολλάει. Κάνει όλα όσα δεν πρέπει για να χάσει την ερωμένη του, να την ξαναρίξει στην αγκαλιά του καλού της, από τον οποίον προσπάθησε να ξεφύγει. Και τα καταφέρνει… Σαν να είναι πλασμένος για να λειτουργεί σαν τρίτος πόλος σε μια σχέση αναγκαστικά τριγωνική. Το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο και προοικονομείται κι ανακοινώνεται ήδη από το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Έτσι, δεν σας προδίδω την πλοκή, αφού όλη η τεχνική δεν έγκειται στο απρόβλεπτο και στο σασπένς αλλά σε μια μαθηματική δομή, μια εξίσωση όπου «στους δύο τρίτος δεν χωρεί» και πρέπει εξάπαντος να φύγει, να εξοντωθεί, να χαθεί από τον ορίζοντα. Παραείναι μονογαμικές οι γυναίκες στο λογοτεχνικό σύμπαν του Βασίλη Κοντογουλίδη, τέλειες μάνες που δεν έχουν μάτια παρά για τον σύζυγο και τον πατέρα των παιδιών τους. Η θρησκεία παίζει σημαντικό ρόλο σ’ αυτό και το θαύμα είναι εφικτό κι αυτονόητο, ευλογοφανές και φορέας συγκίνησης στην πηγή απ’ όπου αναβλύζει αυτό το σουρωμένο και διαυγές ιαματικό νερό…

Ο Βασίλης Κοντογουλίδης φέρνει κάτι καινούργιο στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία μας: τη διαύγεια των παλαιών μαστόρων, των τεχνιτών του λόγου, που ήξεραν πώς να σκαλίζουν φράσεις, μορφές, εικόνες και μεταισθήσεις αθάνατες, ανεξίτηλες από το ατομικό και συλλογικό μνημονικό. Περιμένω να μακροημερεύσει στη Λογοτεχνία και να τη δοξάσει με τις επιτεύξεις του. Μεγάλα μυθιστορήματα που μπορούν να γίνουν κινηματογραφικά ή τηλεοπτικά σενάρια ενυπάρχουν σε αυτό το πρώτο, πετυχημένο τόλμημα.

Λακωνικότητα, δραματική οικονομία, μαθηματική δομή, σαν ένα θεώρημα που πρέπει να αποδειχτεί με μόνο αξίωμα το ανυπέρβλητο της Μοίρας.