«“Είμαι μόλις 27 ετών”, αναλογίστηκε. Χαμογέλασε και συνέχισε να περπατά προς την τράπεζα». Είναι Δευτέρα κι ο Χάρης «ένιωθε όμορφα περπατώντας».

Η ζωή μας μια βόλτα ή μάλλον η ζωή μας ή, αν θέλετε, η ζωή του Χάρη, μια εβδομάδα.

Στις 95 σελίδες του βιβλίου και σε επτά κεφάλαια, κάθε μέρα και ένα κεφάλαιο, όλη η ανθρώπινη μοίρα. Ο ήρωας, ένας Χάρης (φαντάζομαι καθόλου τυχαία), που ξεκινά μια Δευτέρα και είναι «μόλις 27 ετών» για να ζήσει τη μέρα. Πρωινό ξύπνημα, η διαδρομή που κάθε μέρα σαν μαγική εικόνα γίνεται καινούρια και άλλη, η δουλειά του στην τράπεζα, οι συνάδελφοι, το κορίτσι του διπλανού γραφείου, η κοπέλα του, το μεσημέρι, η επιστροφή, ο έρωτάς τους, το υπέροχο βράδυ. Βλέπετε, ακόμα είναι Δευτέρα «και όλα έχουν κάτι να πουν».

Την Τρίτη έχει γίνει ήδη «επίμονο ουρλιαχτό το ξυπνητήρι». Έχει ήδη χωρίσει με την Κατερίνα, ο δρόμος μοιάζει σαν χθες, χάθηκε η έκπληξη, η τράπεζα έχει γίνει ήδη βραχνάς, και ο τριαντατετράχρονος Χάρης κοιτά συνεχώς το ρολόι.

Ξημερώνοντας Τετάρτη ο Χάρης δεν ήθελε καν να σηκωθεί, αλλ’ ούτε να ξανακοιμηθεί, όμως, θέλει κι «η άνυδρη καθημερινότητα» ήδη τον πνίγει. Η τράπεζα έχει εξελιχθεί σε προσωπική φυλακή και το κορίτσι του διπλανού γραφείου έχει πια παντρευτεί και έχει δυο παιδιά, η επιστροφή άχρωμη, το δείπνο του πάλι από το σακουλάκι με ρύζι.

Την Πέμπτη θα ʼθελε να ʼναι αόρατος, το σπίτι του έχει γίνει το ασφαλές καταφύγιο. Η Κατερίνα, το παρελθόν του, όταν ακόμα αισθανόταν ζωντανός και επιθυμητός. Την Παρασκευή ο Χάρης διαπιστώνει πως ήδη έχει γίνει πενήντα. Ο σταθερός του σύντροφος ωστόσο παραμένει το πρωινό ξυπνητήρι. Τουλάχιστον δεν τον νοιάζει το πώς τον βλέπουν οι άλλοι. «Ο χρόνος σταματάει –σκέφτεται– γι’ αυτόν που δεν πράττει, όπως επιθυμεί», ευχαριστεί για το ελάχιστο αληθινό το κορίτσι που είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας και η γυναίκα πια του διπλανού του γραφείου.

Το πρωινό του Σαββάτου βρίσκει τον Χάρη στα 58, προσγειωμένο στον καναπέ του και στην πραγματικότητα, να αγωνίζεται να μην εγκλωβιστεί στο παρόν, εξάλλου φως ιλαρό η σκέψη του εκείνη «θα φύγω». Ο χρόνος θα γίνει κατ’ εξαίρεση ελαστικός, όπως ο χρόνος Θεού, παρελθόν και παρόν, μέλλον, ένα. Η διαπίστωση σαν αναλαμπή, αρκεί μια στιγμή για τη θέα του καθενός στο αιώνιο. Και αμέσως μετά, η αλήθεια πικρή «Σκοτώνω τη ζωή μου» και «δεν μπορεί να πήγαν χαμένα». Αλλ’ ο Χάρης εξακολουθεί να «αισθάνεται μικρός για να σηκώσει το φορτίο μιας τέτοιας οδυνηρής διαπίστωσης».

Η Κυριακή, έτσι ορίστηκε σαν η «τελευταία μέρα». Το δικαιούται εξάλλου, ο Χάρης είναι 65 χρονών και…

και εδώ κάπου θα σταματήσουμε, αλλά στο βιβλίο η Κυριακή είναι ολότελα ανοιχτή στο ενδεχόμενο σαν το παιδί, θα επιτρέψει να ξημερώσει (ή να μην ξημερώσει;) Δευτέρα.

«Ό,τι και αν σας συμβαίνει θα περάσει… πάντα περνάει. Τα εμπόδια είναι σκαλοπάτια», θα του πει σταθερά το παιδί που συναντά τα πρωινά στην καθημερινή του διαδρομή, ο φύλακας άγγελός του ή ο εαυτός του ενδεχομένως ο αγνοημένος.

Μια εβδομάδα ενός ανθρώπου που είναι η ποιητική αλληγορία μιας ζωής. Σα μαγική εικόνα, άλλοτε αγρίως υπαρξιακή, ρεαλιστική κι ερωτεύσιμη κάποιες στιγμές, υπερβατική σίγουρα όσον αφορά τον χρόνο. Ο χώρος, ένα μικροαστικό διαμέρισμα και η τράπεζα, αμείλικτος, τελικά ναι, ο πιο ελαστικός για τον ήρωα είναι η Χρόνος.

Μια πυκνή ιστορία που θα μπορούσε να είναι η δική μας ζωή. Με πολλαπλές εκδοχές κι αναγνώσεις. Ένα βιβλίο που μπορεί ταυτοχρόνως να είναι επικίνδυνο ή και κατευναστικό, αναλόγως τις αναγνωστικές διαστάσεις. Και η συγγραφική ευφυΐα είναι ακριβώς εκεί. Στην εβδομάδα που εμπεριέχει τα πάντα και μας βγάζει παντού, μας φυλακίζει και μας απελευθερώνει, ο καθένας μας εξάλλου δικαιούται να βαδίσει ακόμα και στον χαμό, «το ποτέ και το πάντα στην ίδια πρόταση κατακρεουργούν τις όποιες πιθανότητες μπορούν να υπάρξουν, δε νομίζεις;».