Από το μαύρο του σκοταδιού (της ανυπαρξίας) μέχρι το μαύρο του θανάτου και της Νυκτός που γεννά το Φως της μέρας, από το μαύρο των προϊστορικών τοιχογραφιών μέχρι το μαύρο της ζωγραφικής, του σχεδίου και της γκραβούρας, από το μαύρο των ρομαντικών ποιητών μέχρι το «Άλφα μαύρο» του Ρεμπό κι από τα «εκθαμβωτικά» μαύρα υφάσματα της ιταλικής Αναγέννησης μέχρι το μαύρο του πένθους και το μαύρο της μόδας, «το πιο κομψό από όλα τα χρώματα», σύμφωνα με τον Κριστιάν Ντιόρ, το μαύρο παραμένει γοητευτικό, μυστηριώδες. Σε αυτό το βιβλίο, μια ανθολόγηση κειμένων για το μαύρο χρώμα, η Γαλλίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας Fabienne Alice(Φαμπιέν Αλίς) επιλέγει αποσπάσματα από  έργα που υπογραμμίζουν τις διάφορες «εκφάνσεις» του μαύρου.

Τα κείμενα κατανέμονται σε έξι ομάδες: προσδιορισμός του μαύρου, ιδιάζοντα μαύρα, το μαύρο των μυστηρίων, νυχτερινά μαύρα (όπου παρατίθεται και ένα απόσπασμα για τη νύχτα από το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Μαρσέλ Προυστ σε μετάφραση του Παύλου Ζάννα), το μαύρο των ποιητών, το μαύρο στη ζωγραφική, στο σχέδιο ή στην γκραβούρα. Έτσι, μαθαίνουμε από τον Μισέλ Παστουρό ότι στις αρχές του  19ου αιώνα «το πράσινο και το γαλάζιο των ρομαντικών ή των προ-ρομαντικών έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, το μαύρο αρχίζει να κατακλύζει τα πάντα. Τη συνένωση με τη φύση, τα όνειρα που αφορούν κάλλος και αιωνιότητα διαδέχονται ιδέες σαφώς πιο σκοτεινές που θα καταλάβουν το καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό προσκήνιο επί περίπου τρεις γενιές» (σελ. 36). Για τον Πασκάλ Κινιάρ «το μαύρο έχει μια απόλυτη έννοια που προηγείται της γλωσσικής άρνησης: κάνω κάτι να εξαφανιστεί. Σκοτώνω, καταστρέφω, βάζω μέσα στο σκοτάδι του τάφου» (σελ. 42). Για τον Βικτόρ Ουγκό, «η μόνη μας επιλογή είναι το μαύρο. Μέσα σ΄αυτό το μαύρο, το οποίο προς το παρόν είναι η μοναδική μας επιστήμη, η εμπειρία περπατά ψηλαφητά, η διερεύνηση καιροφυλακτεί, η εικασία πηγαίνει κι έρχεται» (σελ. 108).

Ο Ανρί ντε Ρενιέ θα μας μιλήσει για την bauta, τη μαύρη κάπα και το τρικέρατο, ο Ζιλ Μπαρμπέ ντ’Ορεβιγί για μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα με μάτια « δυο φαρδιά μαύρα διαμάντια (σελ.71), ο Ρέιμοντ Τσάντλερ για την «ωραία, κακιά και κολασμένη» (ντυμένη στα μαύρα, ασφαλώς) Ντολόρες, ο Έντγκαρ Άλαν Πόε για μια μαύρη γάτα που προδίδει ένα έγκλημα, ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ για ένα δέρμα από σαγρί με μαγικές ιδιότητες. Και ερχόμαστε στους ποιητές, στον Γκαίτε στον «Βασιλιά των ξωτικών», τον Ουγκό στον «Σάτυρο» από τον «Θρύλο των αιώνων», τον Τζον Μίλτον στον «Χαμένο παράδεισο»,, τον Αλφρέ ντε Μισέ στη «Νύχτα του Δεκέμβρη», τον Ζεράρ ντε Νερβάλ στο “El Desdichado”, τον Σαρλ Μποντλέρ στο “Sed non satiata” από τα «Άνθη του κακού», τον Στεφάν Μαλαρμέ (“Quant au livre” – «τα πάντα στον κόσμο υπάρχουν για να καταλήξουν σε ένα βιβλίο»). Και, τέλος, στη ζωγραφική, το σχέδιο και την γκραβούρα: ο Πολ Βαλερί γράφει για έναν πίνακα του Μανέ, ο Ιβ Μπονφουά για τις λιθογραφίες του Ντελακρουά  που εμπνέεται από τον «μελανό μανδύα» του Άμλετ, η κριτικός τέχνης και καθηγήτρια αισθητικής Γκαετάν Λαμάρς-Βαντέλ για το «Μαύρο τετράγωνο» του Μαλέβιτς, ο Πιερ Σουλάζ για το «Υπερμελανό», ο Ανρί Μισό για το μελάνι «που τρέχει γάργαρο, ηγεμονικό» (σελ. 157), ο Βασίλι Καντίνσκι για το μαύρο, «κάτι το σβησμένο όπως μια πυρά που έχει καεί, κάτι το ακίνητο σαν ένα πτώμα που δεν νιώθει τίποτε και πάνω στο οποίο τα πάντα μπορούν να γλιστρήσουν» (σελ. 161) και ο μυθιστορηματικός ήρωας του Ζαν Λορέν για ένα χαρακτικό του Γκόγια με «εκπληκτικά» μαύρα, «μια φάτσα που μορφάζει,  με πλακουτσωτή μύτη, με μάτια υπερφυσικά, πυρετώδη, με τρομακτική έξαψη, αναμμένα σαν λαμπτήρες μέσα σε κούφιες κόγχες» (σελ. 165).

Κι άλλοι σπουδαίοι συγγραφείς και έργα ανθολογούνται σε αυτό το βιβλίο, όπως ο Ησίοδος («Θεογονία»), ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος («Φυσική Ιστορία»), ο Απούληιος («Ο Έρωτας και η Ψυχή») και βέβαια η Γένεση∙ ο Σαίξπηρ, ο Τζέιμς Τόμσον, ο Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον∙ ο Μισέλ Τουρνιέ, ο Ροζέ Καγιουά. Κάθε κείμενο σχολιάζεται στην αρχή και, κάποιες φορές, και στο τέλος από τη συγγραφέα. Οι μεταφράσεις των έργων είναι από τα πρωτότυπα εκτός αν αναφέρεται διαφορετικά.